Η αιφνίδια κλιμάκωση και εξίσου αιφνίδια αναδίπλωση του Ντόναλντ Τραμπ για δασμούς και Γροιλανδία λειτουργεί ως καμπανάκι αφύπνισης για τους Ευρωπαίους ηγέτες. Στις Βρυξέλλες, η ΕΕ συζητά πλέον όχι ένα ακόμη επεισόδιο έντασης, αλλά την ίδια τη δομή της διατλαντικής σχέσης και τον βαθμό στρατηγικής της εξάρτησης από τις ΗΠΑ.
Η έκτακτη σύνοδος κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες διεξάγεται σε κλίμα βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στην Ουάσιγκτον. Οι επαναλαμβανόμενες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών στην Ευρώπη και η επιμονή του να αποκτήσει στρατηγικό έλεγχο στη Γροιλανδία, έστω και αν προσωρινά έχει κάνει πίσω, αντιμετωπίζονται πλέον ως ένδειξη μόνιμης μετατόπισης και όχι ως παροδικές εξάρσεις.
Ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης συνοψίζει το κλίμα με τη φράση: «Ο Τραμπ διέβη τον Ρουβίκωνα. Μπορεί να το ξανακάνει. Δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν». Η φράση αυτή κωδικοποιεί την αναγνώριση ότι το πλαίσιο ασφάλειας και οικονομίας που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει μπει σε φάση αναθεώρησης, με πρωτοβουλία της Ουάσιγκτον.
Στρατηγική εξάρτηση στην άμυνα και στην οικονομία
Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται η παραδοσιακή εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ στον τομέα της άμυνας. Παρά τις δεκαετίες συμμετοχής στο ΝΑΤΟ, η ΕΕ παραμένει ελλειμματική σε κρίσιμες ικανότητες: πληροφορίες, στρατηγικές μεταφορές, αντιπυραυλική άμυνα, βιομηχανική παραγωγή οπλικών συστημάτων. Αυτό δίνει στην Ουάσιγκτον αποφασιστικό πλεονέκτημα επιρροής.
Η εικόνα επαναλαμβάνεται και στο εμπόριο. Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ, γεγονός που καθιστά την Ευρώπη ευάλωτη σε μονομερείς δασμολογικές κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Βρυξέλλες είχε προετοιμαστεί πακέτο αντιποίνων ύψους 93 δισ. ευρώ σε εισαγωγές από τις ΗΠΑ, σε περίπτωση ενεργοποίησης νέων δασμών. Οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ότι ένας τέτοιος γύρος εμπορικού πολέμου θα έπληττε και τις δύο πλευρές, αλλά δεν θέλουν πλέον να εμφανίζονται άοπλοι απέναντι σε έναν «νταή από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε διπλωματική πηγή.
Η Γροιλανδία ως γεωπολιτικός καταλύτης
Η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτουργεί ως επιταχυντής. Παρά την αναδίπλωση του Τραμπ –ακύρωση δασμών, αποκλεισμός χρήσης βίας και περίγραμμα συμφωνίας– οι Ευρωπαίοι παραδέχονται ότι ακόμη αγνοούν τις λεπτομέρειες του σχεδίου που συμφωνήθηκε με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, στο Νταβός. Το μόνο σαφές είναι ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν ενίσχυση της στρατιωτικής τους παρουσίας και πρόσβαση σε ορυκτό πλούτο στην Αρκτική.
Διπλωμάτες της ΕΕ μιλούν ανοιχτά για «κούραση» από το διαρκές bullying των δασμών και υπογραμμίζουν την ανάγκη για περισσότερη ανθεκτικότητα, ενότητα, εσωτερικό συντονισμό και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Η μέχρι τώρα τακτική «ενωμένου μετώπου» με τη Δανία και τη Γροιλανδία, με έμφαση στην αποκλιμάκωση, θεωρείται ότι απέδωσε βραχυπρόθεσμα. Όμως όλοι αναγνωρίζουν ότι το στρατηγικό ερώτημα –πώς θέλει η ΕΕ να είναι η σχέση της με τις ΗΠΑ τα επόμενα χρόνια– παραμένει ανοιχτό.
Προς μια πιο αυτόνομη Ευρώπη;
Στο παρασκήνιο, κερδίζει έδαφος η άποψη ότι η Ευρώπη πρέπει να «κρατήσει τον Τραμπ κοντά της, αλλά να γίνει πιο ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ». Αυτό μεταφράζεται σε επιτάχυνση πρωτοβουλιών για κοινή αμυντική πολιτική, ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας άμυνας και πιο επιθετική εμπορική πολιτική όταν απειλούνται ζωτικά συμφέροντα.
Η Γροιλανδία ανέδειξε ότι η Αρκτική, η ενέργεια και οι πρώτες ύλες θα αποτελέσουν πεδία σκληρού ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων – ΗΠΑ, Ρωσίας, Κίνας – με την ΕΕ να κινδυνεύει να μείνει θεατής αν δεν αποκτήσει ενιαία στρατηγική φωνή.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κρίση με τη Γροιλανδία δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη θορυβώδη προεδρία Τραμπ, αλλά καθρέφτης της δομικής αδυναμίας της Ευρώπης: ισχυρή οικονομικά, αλλά στρατηγικά εξαρτημένη. Αν η ΕΕ δεν μετατρέψει τη σημερινή δυσπιστία σε θεσμικές αποφάσεις για αμυντική και γεωοικονομική αυτονόμηση, θα συνεχίσει να αντιδρά στις κινήσεις της Ουάσιγκτον αντί να διαμορφώνει η ίδια το πλαίσιο των διατλαντικών σχέσεων.







