Ελλάδα και Τουρκία ολοκλήρωσαν στην Αθήνα τον 9ο γύρο της λεγόμενης «Θετικής Ατζέντας», επιβεβαιώνοντας πρόοδο σε ένα ευρύ πλέγμα τεχνικών και οικονομικών συνεργασιών. Πίσω από την ήπια ρητορική, η διαδικασία λειτουργεί ως παράλληλο κανάλι σταθεροποίησης των διμερών σχέσεων, ενόψει και του επόμενου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε ο ένατος γύρος συζητήσεων για το Κοινό Σχέδιο Δράσης της «Θετικής Ατζέντας» Ελλάδας – Τουρκίας, υπό τους υφυπουργούς Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη και Mehmet Kemal Bozay. Οι δύο πλευρές χαιρέτισαν την πρόοδο που έχει καταγραφεί από την έναρξη της διαδικασίας, επιδιώκοντας να εδραιώσουν ένα παράλληλο, χαμηλών τόνων κανάλι συνεργασίας, μακριά από τα κλασικά πεδία έντασης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Πολυεπίπεδη ατζέντα συνεργασίας
Το Κοινό Σχέδιο Δράσης καλύπτει ένα εντυπωσιακά ευρύ φάσμα θεμάτων: εμπόριο, οικονομία, τελωνεία, τουρισμό, μεταφορές, καινοτομία, επιστήμη και τεχνολογία, γεωργία, προστασία περιβάλλοντος, κοινωνική ασφάλιση, υγεία, νεολαία, εκπαίδευση, αθλητισμό και επιχειρηματική συνεργασία. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν «τεχνικό χάρτη» σύγκλισης συμφερόντων, ο οποίος στοχεύει στη δημιουργία αμοιβαίου οφέλους και, εμμέσως, στην αποκλιμάκωση της έντασης.
Σύμφωνα με την κοινή δήλωση, πέραν των δράσεων που έχουν ήδη ολοκληρωθεί, έχει επιτευχθεί «ικανοποιητική πρόοδος» και σε άλλα πεδία της ατζέντας. Η διατύπωση είναι διπλωματικά προσεκτική, ωστόσο υποδηλώνει ότι υπάρχουν πλέον συγκεκριμένα έργα και συμφωνίες σε ώριμο στάδιο, ιδίως σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές και η επιχειρηματική διασύνδεση, όπου οι οικονομικές ωφέλειες είναι άμεσες και για τις δύο πλευρές.
Σύνδεση με το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας
Καίριο στοιχείο της δήλωσης είναι ότι οι συναντήσεις στο πλαίσιο της Θετικής Ατζέντας «καθορίζουν το πλαίσιο για την ολοκλήρωση των σχετικών συμφωνιών», οι οποίες ενδέχεται να υπογραφούν στην επόμενη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ). Αυτό σημαίνει ότι η τεχνική δουλειά που γίνεται σε επίπεδο υφυπουργών λειτουργεί ως προπαρασκευαστικός μηχανισμός, ώστε οι πολιτικές ηγεσίες να εμφανιστούν με συγκεκριμένα παραδοτέα και όχι μόνο με δηλώσεις καλών προθέσεων.
Η αναφορά σε «δυναμική και συνεχιζόμενη διαδικασία» δείχνει ότι Αθήνα και Άγκυρα αντιλαμβάνονται τη Θετική Ατζέντα όχι ως συγκυριακό εργαλείο, αλλά ως μακροπρόθεσμο πλαίσιο διαχείρισης της γειτονίας τους. Η συμφωνία για «εμβάθυνση των υφιστάμενων τομέων συνεργασίας» και για εξέταση «νέων θεμάτων» υποδηλώνει πρόθεση σταδιακής διεύρυνσης, εφόσον διατηρηθεί ένα ελάχιστο επίπεδο εμπιστοσύνης.
Πολιτική σημασία και όρια της προσέγγισης
Παρά τον τεχνοκρατικό χαρακτήρα, η Θετική Ατζέντα έχει σαφή γεωπολιτική διάσταση. Δημιουργεί οικονομικά και κοινωνικά «δεσίματα» που καθιστούν πολιτικά ακριβότερη την επιστροφή σε ακραία ένταση ή θερμά επεισόδια. Ωστόσο, δεν αγγίζει τα σκληρά ζητήματα –υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, αποστρατιωτικοποίηση νησιών– τα οποία παραμένουν σε άλλα, πολύ πιο δύσκολα κανάλια διαλόγου.
Για την Ελλάδα, η διαδικασία λειτουργεί ως εργαλείο προβολής της εικόνας μιας χώρας που επιδιώκει σταθερότητα και συνεργασία, ιδίως απέναντι σε εταίρους στην ΕΕ και συμμάχους στο ΝΑΤΟ. Για την Τουρκία, προσφέρει πεδίο εξομάλυνσης με την Αθήνα χωρίς να αναγκάζεται να μεταβάλει τις πάγιες θέσεις της στα κυριαρχικά ζητήματα, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει δυνατότητες για οικονομικά οφέλη και περιφερειακά σήματα «καλής θέλησης».
Σχόλιο SBCTV.gr: Η Θετική Ατζέντα δεν λύνει τα ελληνοτουρκικά, αλλά εγκαθιδρύει ένα δίχτυ συμφερόντων και συνεργασιών που λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα σε περιόδους κρίσης. Το πραγματικό της τεστ θα είναι αν, σε επόμενη φάση έντασης, οι δύο πλευρές επιλέξουν να τη διαφυλάξουν ως «ζώνη ουδέτερης βαρύτητας» και όχι να την θυσιάσουν στον βωμό της συγκυριακής εσωτερικής κατανάλωσης.







