Η Ιταλία και η Γερμανία αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο αμερικανικό «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα, επικαλούμενες συνταγματικά κωλύματα, σε μια προσεκτικά μετρημένη κίνηση για να μη συγκρουστούν ευθέως με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η στάση τους φωτίζει το νέο, εύθραυστο ισοζύγιο δυνάμεων στις διατλαντικές σχέσεις και την προσπάθεια της ΕΕ να διασώσει τον δικό της ρόλο στη μεταπολεμική τάξη.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι ξεκαθάρισαν ότι, αν και πολιτικά πρόθυμοι, δεν μπορούν να συμμετάσχουν στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, το οποίο προορίζεται να αποτελέσει κεντρικό εργαλείο για τη μεταπολεμική διακυβέρνηση στη Γάζα. Η άρνηση διατυπώθηκε με ιδιαίτερα προσεκτική γλώσσα και «ντύθηκε» με νομικά επιχειρήματα, ώστε να περιοριστεί η πολιτική τριβή με τον Λευκό Οίκο.
Συνταγματικό άλλοθι για μια πολιτικά δύσκολη άρνηση
Σε κοινή συνέντευξη Τύπου στη Ρώμη, η Μελόνι υπογράμμισε ότι η Ιταλία «είναι έτοιμη» να συμβάλει, αλλά ότι υπάρχουν «αντικειμενικά προβλήματα» με τη δομή της πρωτοβουλίας. Επικαλέστηκε ρητά διάταξη του ιταλικού Συντάγματος που απαγορεύει τη συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς όπου ένας μόνο παράγοντας –στην προκειμένη ο πρόεδρος των ΗΠΑ– διαθέτει υπέρμετρες εξουσίες έναντι των υπολοίπων μελών.
Ο Μερτς, επισκεπτόμενος την Ιταλία για συνομιλίες εμβάθυνσης της γερμανοϊταλικής συνεργασίας εντός ΕΕ, στήριξε πλήρως τη γραμμή της Μελόνι. Δήλωσε ότι «προσωπικά» θα ήθελε να συμμετάσχει σε ένα συμβούλιο ειρήνης, αλλά πρόσθεσε πως «δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τις δομές διακυβέρνησης, επίσης για συνταγματικούς λόγους στη Γερμανία». Ταυτόχρονα άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο «άλλων, νέων μορφών συνεργασίας».
Η επίκληση συνταγματικών περιορισμών λειτουργεί ως κομψή φόρμουλα: μεταφέρει την ευθύνη από την πολιτική βούληση στο θεσμικό πλαίσιο, την ώρα που η Ρώμη και το Βερολίνο επιδιώκουν να παραμείνουν στον στενό κύκλο συνομιλητών του Τραμπ χωρίς να νομιμοποιήσουν μια δομή που πολλοί στην Ευρώπη θεωρούν μονομερή και προβληματική.
Διχασμένη ΕΕ ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τον ΟΗΕ
Στο εσωτερικό της ΕΕ, μόνο η Ουγγαρία και η Βουλγαρία έχουν αποδεχθεί μέχρι στιγμής να συμμετάσχουν στο «Συμβούλιο Ειρήνης». Πολλές πρωτεύουσες ανησυχούν για τις προσκλήσεις που απηύθυνε η Ουάσινγκτον σε αυταρχικά καθεστώτα όπως η Ρωσία και η Λευκορωσία, γεγονός που υπονομεύει την εικόνα του οργάνου ως αξιόπιστου πολυμερούς σχήματος.
Το Βερολίνο είχε αρχικά υποδεχθεί με σχετική θετικότητα την πρόσκληση των ΗΠΑ, επιδιώκοντας κοινή ευρωπαϊκή γραμμή. Παράλληλα, Γερμανοί αξιωματούχοι τόνιζαν ότι ο ΟΗΕ πρέπει να παραμείνει ο κύριος πολυμερής θεσμός για την επίλυση συγκρούσεων, μήνυμα που έμμεσα αμφισβητεί την ανάγκη ενός παράλληλου, αμερικανοκεντρικού σχήματος για τη Γάζα.
Οι δηλώσεις Μερτς και Μελόνι έγιναν μία ημέρα μετά την έκτακτη σύνοδο κορυφής των ηγετών της ΕΕ στις Βρυξέλλες, η οποία συγκλήθηκε εν μέσω κλιμάκωσης της έντασης με την Ουάσινγκτον – από την απειλή Τραμπ να προχωρήσει σε προσάρτηση της Γροιλανδίας μέχρι την προαναγγελία νέων δασμών κατά ευρωπαϊκών προϊόντων. Οι «27» συμφώνησαν ότι η μεταπολεμική, μεταπολεμική τάξη πραγμάτων φθίνει, αλλά διχάστηκαν ως προς τον βέλτιστο τρόπο διαχείρισης του απρόβλεπτου Αμερικανού προέδρου.
Το νέο δίλημμα της Ευρώπης
Η στάση Ρώμης και Βερολίνου συμπυκνώνει το νέο ευρωπαϊκό δίλημμα: πώς να προστατευθεί η θεσμική αυτονομία και η προσήλωση σε πολυμερείς κανόνες, χωρίς να διαρραγεί η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ. Μελόνι και Μερτς, θεωρούμενοι από τους πιο φιλικούς προς τον Τραμπ ηγέτες στην ΕΕ, επιχειρούν να τοποθετηθούν ως «γέφυρα» ανάμεσα σε έναν πιο επιθετικό Λευκό Οίκο και μια Ευρώπη που αναζητά ακόμα ενιαία φωνή.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η επίκληση συνταγμάτων από Ιταλία και Γερμανία δεν είναι απλώς νομικίστικη άσκηση, αλλά ένδειξη ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιλαμβάνονται πως κάθε θεσμική παραχώρηση σήμερα θα διαμορφώσει το πλαίσιο ισχύος της επόμενης δεκαετίας. Αν η ΕΕ αποδεχθεί ένα αμερικανοκεντρικό «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα, αύριο θα δυσκολευτεί να υπερασπιστεί τον ρόλο του ΟΗΕ ή της ίδιας της Ένωσης σε άλλες κρίσεις. Η διπλωματική γλώσσα κρύβει στην πραγματικότητα μια σιωπηλή μάχη για το ποιος θα γράψει τους κανόνες της μεταπολεμικής εποχής.






