Η εμμονή του Ντόναλντ Τραμπ με την προσάρτηση της Γροιλανδίας αναδεικνύεται, στο σενάριο του Gideon Rachman, ως πιθανός πυροκροτητής μιας ιστορικής ρήξης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Μια αμερικανική κίνηση κατά της Δανίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση του ΝΑΤΟ, με βαθιές γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες για τη Γηραιά Ήπειρο.
Η Γροιλανδία, ένα νησί που φαίνεται υπερμεγέθες στον κλασικό χάρτη του Mercator, έχει γίνει εμμονή για τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Παρά το γεγονός ότι η Δανία είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει στις ΗΠΑ όλες τις στρατιωτικές διευκολύνσεις και πρόσβαση στα κρίσιμα ορυκτά της νήσου, ο Τραμπ φαίνεται να επιδιώκει ιδιοκτησία και όχι απλώς συνεργασία. Αυτό, σύμφωνα με τον Gideon Rachman των Financial Times, ανοίγει ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο: το τέλος του ΝΑΤΟ.
Από την εμμονή Τραμπ στη θεσμική κρίση του ΝΑΤΟ
Ο Τραμπ έχει μιλήσει για απόκτηση της Γροιλανδίας «με τον εύκολο ή τον δύσκολο τρόπο», αφήνοντας σαφή υπαινιγμό για χρήση βίας. Η πρωθυπουργός της Δανίας Mette Frederiksen έχει προειδοποιήσει ότι προσάρτηση της Γροιλανδίας θα σήμαινε τέλος της συμμαχίας, ενώ ο πρώην Αμερικανός πρέσβης στο ΝΑΤΟ Nicholas Burns εκτιμά ότι μια εισβολή θα «κατέστρεφε το ΝΑΤΟ».
Μια συμμαχία συλλογικής άμυνας δεν μπορεί να επιβιώσει όταν ένα μέλος επιτίθεται σε άλλο. Ακόμη και αν ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες επιχειρούσαν να διασώσουν τα απομεινάρια της συμμαχίας, η αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφάλειας θα είχε ουσιαστικά μηδενιστεί. Ακόμη και η «ήπια» εκδοχή, δηλαδή ο εξαναγκασμός της Δανίας να πουλήσει τη Γροιλανδία, θα αποτελούσε πρωτοφανή πράξη επιθετικότητας κατά συμμάχου.
Γεωπολιτικό διαζύγιο και οικονομικός πόλεμος
Ο Rachman υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη οφείλει να καταστήσει σαφές στην Ουάσιγκτον τι θα σήμαινε το τέλος του ΝΑΤΟ για τις ίδιες τις ΗΠΑ. Οι αμερικανικές βάσεις στην Ευρώπη, όπως η Ramstein στη Γερμανία, είναι κρίσιμες για την παγκόσμια προβολή ισχύος των ΗΠΑ, ιδίως στη Μέση Ανατολή. Η αποχώρηση ή ο δραστικός περιορισμός τους θα μείωνε ουσιαστικά την επιχειρησιακή ευελιξία της Ουάσιγκτον.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς το «βάρος» της ασφάλειας, δεν θα είχε λόγο να αντιδρά παθητικά στους δασμούς των ΗΠΑ. Θα μπορούσε να επιβάλει ισοδύναμους αντιδασμούς, να περιορίσει τις αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων και να εντείνει τη ρύθμιση και φορολόγηση των τεχνολογικών κολοσσών της Silicon Valley. Πιθανά καταναλωτικά μποϊκοτάζ θα έπλητταν την Ευρώπη, τη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά των ΗΠΑ.
Μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας
Για την Ευρώπη, το κόστος ενός «διαζυγίου» με τις ΗΠΑ θα ήταν τεράστιο. Θα απαιτούνταν ταχύτατη συγκρότηση νέου συμφώνου ασφάλειας, με πυρήνα τις χώρες που ήδη στήριξαν δημόσια τη Δανία: Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία, Ισπανία και τις σκανδιναβικές χώρες. Συνδυαστικά, η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν επαρκή πλούτο και πληθυσμό για να αποτρέψουν τη Ρωσία, αλλά αυτό θα απαιτούσε δραστική αύξηση αμυντικών δαπανών και, ενδεχομένως, επαναφορά ή ενίσχυση της υποχρεωτικής θητείας.
Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, θα επιχειρούσαν να διασπάσουν την ΕΕ, καλλιεργώντας ειδικές διμερείς σχέσεις με πρόθυμες κυβερνήσεις, όπως της Ουγγαρίας. Παράλληλα, θα μπορούσαν να «οπλοποιήσουν» οικονομικές εξαρτήσεις, από τις αναβαθμίσεις λογισμικού μέχρι την πρόσβαση σε διεθνή συστήματα πληρωμών. Ιδιαίτερα ευάλωτο εμφανίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο, με βαθιά διασύνδεση σε επίπεδο πληροφοριών, πυρηνικής αποτροπής και αμυντικής βιομηχανίας.
Για μεγάλο μέρος του βρετανικού και ευρωπαϊκού κατεστημένου, το τέλος του ΝΑΤΟ παραμένει αδιανόητο. Όμως, όπως σημειώνει ο Rachman, η ιστορία είναι γεμάτη από «αδιανόητα» που συνέβησαν. Γι’ αυτό, η Ευρώπη πρέπει να αρχίσει να σχεδιάζει με νηφαλιότητα ακόμη και αυτό το σκοτεινό σενάριο.
Σχόλιο SBCTV.gr: Το κείμενο του Rachman λειτουργεί ως ψυχρολουσία για μια Ευρώπη που επί δεκαετίες θεωρούσε δεδομένη την αμερικανική ομπρέλα ασφάλειας. Η ουσία δεν είναι η Γροιλανδία καθαυτή, αλλά το ότι η στρατηγική εξάρτηση από μια απρόβλεπτη Ουάσιγκτον μετατρέπεται σε συστημικό ρίσκο. Για την Αθήνα και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το πραγματικό διακύβευμα είναι αν θα επενδύσουν έγκαιρα σε αυτόνομες αμυντικές ικανότητες και κοινή στρατηγική κουλτούρα ή αν θα συνεχίσουν να «αγοράζουν χρόνο» ελπίζοντας ότι το αδιανόητο δεν θα συμβεί ποτέ.







