Σε αδιέξοδο οδηγείται η νέα εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ, καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παγώνει την κύρωσή της μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει νέους δασμούς σε ευρωπαϊκά προϊόντα, συνδέοντάς τους με την απαίτησή του για αγορά της Γροιλανδίας. Η κίνηση αυτή ανοίγει νέο μέτωπο στον διατλαντικό εμπορικό πόλεμο και επαναφέρει στο προσκήνιο το «οπλοστάσιο» αντιποίνων της ΕΕ.
Η εύθραυστη εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών καταρρέει, καθώς οι Βρυξέλλες παγώνουν την επικύρωση της νέας διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας. Αιτία, η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει πρόσθετους δασμούς σε ευρωπαϊκές χώρες που έχουν στείλει στρατεύματα σε αποστολή στη Γροιλανδία, εργαλειοποιώντας την οικονομία για να πιέσει την Κοπεγχάγη να αποδεχθεί την «πλήρη και ολική αγορά» του νησιού από την Ουάσιγκτον.
Το πάγωμα της συμφωνίας και το πολιτικό μήνυμα
Η υπό κύρωση συμφωνία, που είχε υπογραφεί τον Ιούλιο του προηγούμενου έτους από τον Τραμπ και την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προέβλεπε δασμούς 15% στις εισαγωγές από την ΕΕ, με αντάλλαγμα η Ένωση να διατηρήσει στο 0% τους δασμούς σε μια σειρά αμερικανικών προϊόντων. Η συμφωνία παρουσιαζόταν ως πρακτικός συμβιβασμός για να σταματήσει η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου.
Ωστόσο, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ, ανακοίνωσε ότι με τις νέες απειλές Τραμπ για τη Γροιλανδία «η έγκριση δεν είναι δυνατή σε αυτή τη φάση» και ότι οι μηδενικοί δασμοί σε αμερικανικά προϊόντα «πρέπει να μπουν στον πάγο». Η στροφή του ΕΛΚ είναι καθοριστική, καθώς μέχρι τώρα αντιστεκόταν στις πιέσεις των Σοσιαλδημοκρατών (S&D), των Φιλελευθέρων (Renew) και των Πρασίνων για «στρατηγική παύση» της συμφωνίας.
Σύμφωνα με την ευρωβουλευτή των Renew και συντονίστρια για θέματα εμπορίου, Κάριν Κάρλσμπορο, «δεν υπάρχει καμία πιθανότητα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να δώσει πράσινο φως» στις σημερινές συνθήκες. Τόνισε ότι η ΕΕ πρέπει να προετοιμαστεί για απάντηση στους δασμούς Τραμπ, περιλαμβανομένων πιθανών αντίμετρων.
Η «αντι-εκβιαστική» ράβδος της ΕΕ και ο κίνδυνος κλιμάκωσης
Το βλέμμα στρέφεται τώρα στο λεγόμενο Anti-Coercion Instrument, το νέο εργαλείο της ΕΕ κατά του οικονομικού εκβιασμού από τρίτες χώρες. Το «μπαζούκα» αυτό επιτρέπει στην Ένωση να περιορίζει επενδύσεις, πρόσβαση σε δημόσιες συμβάσεις και προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας για κράτη που επιχειρούν να πιέσουν την ΕΕ μέσω εμπορικών μέτρων.
Η αντιπρόεδρος της ομάδας S&D για το εμπόριο, Κάθλιν φαν Μπρεμπτ, χαρακτήρισε «σκανδαλώδες» το ότι ο Τραμπ χρησιμοποιεί δασμούς και οικονομικές απειλές για να επιβάλει «παράνομη εδαφική διεκδίκηση». Η έγκριση της συμφωνίας, υπογράμμισε, «δεν θα ήταν ρεαλιστική, αλλά ανόητη». Το ερώτημα που έθεσε – «αν αυτό δεν είναι εκβιασμός, τότε τι είναι;» – αποτυπώνει το κλίμα στο Ευρωκοινοβούλιο.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε πρόσθετο δασμό 10% σε ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν με στρατεύματα σε μικρή ανάπτυξη δυνάμεων στη Γροιλανδία, με προγραμματισμένη αύξηση στο 25% από την 1η Ιουνίου και διάρκεια «μέχρι να υπάρξει συμφωνία για την πλήρη και ολική αγορά της Γροιλανδίας». Ευρωπαίοι ηγέτες αντέδρασαν οργισμένα, υποστηρίζοντας ότι η αποστολή στη Γροιλανδία έγινε κατόπιν αμερικανικών αιτημάτων, λόγω αυξανόμενων ρωσικών και κινεζικών απειλών στην Αρκτική.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα προειδοποίησε ότι οι νέοι δασμοί θα αντιμετωπιστούν με «κοινή απάντηση» εκ μέρους της ΕΕ. Αυτό αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας νέας, πλήρους κλίμακας εμπορικής σύγκρουσης, με σοβαρές συνέπειες για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές, την ανταγωνιστικότητα βιομηχανιών και την ευρύτερη γεωπολιτική σταθερότητα του διατλαντικού άξονα.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παγώσει τη συμφωνία δεν είναι απλώς τακτικός ελιγμός, αλλά σαφές μήνυμα ότι η ΕΕ δεν αποδέχεται την εργαλειοποίηση του εμπορίου για εδαφικές διεκδικήσεις. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Ευρώπη θα αξιοποιήσει πράγματι το «αντι-εκβιαστικό» της οπλοστάσιο ή αν, υπό τον φόβο κλιμάκωσης, θα αρκεστεί σε συμβολικές αντιδράσεις. Μια διστακτική στάση θα ενίσχυε την αίσθηση ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να επιβάλλει μονομερώς όρους, με κόστος όχι μόνο οικονομικό αλλά και θεσμικό για την ίδια την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.







