Ο Ντόναλντ Τραμπ αποκλιμακώνει, προς το παρόν, τη ρητορική περί χρήσης του στρατού στη Μινεσότα, μετά τις μαζικές διαδηλώσεις για τον θάνατο της Ρενέ Γκουντ από πυρά πράκτορα της ICE. Ωστόσο, διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο επίκλησης του Νόμου περί Εξέγερσης, επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα εργαλεία της αμερικανικής εκτελεστικής εξουσίας.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι «δεν βλέπει προς το παρόν τον λόγο» να επικαλεστεί τον Νόμο περί Εξέγερσης στη Μινεσότα, παρά την ένταση που επικρατεί στη Μινεάπολη μετά τον θάνατο της 37χρονης Αμερικανίδας Ρενέ Γκουντ από πυρά πράκτορα της ομοσπονδιακής αστυνομίας μετανάστευσης (ICE). Το περιστατικό, στο οποίο τραυματίστηκε επίσης ένας Βενεζουελάνος, έχει πυροδοτήσει μαζικές διαδηλώσεις και νέα συζήτηση γύρω από την αστυνομική βία και τον ρόλο των ομοσπονδιακών υπηρεσιών επιβολής του νόμου.
Ένα βαρύ ιστορικό εργαλείο στην άκρη του τραπεζιού
Ο Νόμος περί Εξέγερσης, συνδυασμός νομοθετημάτων του 18ου και 19ου αιώνα, επιτρέπει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αναπτύξει τον στρατό στο εσωτερικό για τη διατήρηση της τάξης, παρακάμπτοντας εν μέρει τις πολιτειακές αρχές. Χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά το 1992 από τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, κατόπιν αιτήματος της Καλιφόρνιας, για την καταστολή των ταραχών στο Λος Άντζελες μετά την αθώωση αστυνομικών που είχαν ξυλοκοπήσει τον Ρόντνεϊ Κινγκ.
Ο Τραμπ έχει απειλήσει επανειλημμένα τους τελευταίους μήνες ότι θα καταφύγει στον συγκεκριμένο νόμο, καλλιεργώντας την εικόνα ενός προέδρου έτοιμου να χρησιμοποιήσει σκληρά μέσα για την «αποκατάσταση της τάξης». Η δήλωση ότι «αν τον χρειαζόμουν, θα τον χρησιμοποιούσα» λειτουργεί ως σαφές μήνυμα προς τις πολιτειακές Δημοκρατικές αρχές, αλλά και ως σήμα προς τη συντηρητική του βάση ότι δεν αποκλείει την ένοπλη επίδειξη ισχύος.
Σύγκρουση αφηγήσεων και πολιτική πόλωση
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο πράκτορας της ICE ενήργησε σε καθεστώς αυτοάμυνας. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει ασκηθεί δίωξη ούτε έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα, γεγονός που τροφοδοτεί την οργή στην τοπική κοινωνία. Οι Δημοκρατικές αρχές της Μινεσότας αμφισβητούν ευθέως την εκδοχή της Ουάσινγκτον, επικαλούμενες βίντεο από τη στιγμή του πυροβολισμού και εκφράζοντας φόβους ότι η έρευνα του FBI θα είναι προκατειλημμένη.
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις, μεταξύ των οποίων και μία του CNN, δείχνουν ότι η πλειονότητα των Αμερικανών θεωρεί «αδικαιολόγητο» τον θάνατο της Γκουντ και διαφωνεί με τις εξηγήσεις της κυβέρνησης. Αυτό υπονομεύει την προσπάθεια του Λευκού Οίκου να παρουσιάσει το γεγονός ως μεμονωμένο επεισόδιο νόμιμης άμυνας και ενισχύει το αφήγημα περί συστημικής αστυνομικής αυθαιρεσίας, ιδίως σε βάρος μεταναστών και μειονοτήτων.
Ασφάλεια, δικαιώματα και ο κίνδυνος κλιμάκωσης
Στη Μινεσότα έχουν ήδη αναπτυχθεί περίπου 2.000 αστυνομικοί, ενώ τις τελευταίες ημέρες προστέθηκαν δεκάδες ακόμη, σε μια προσπάθεια «ελέγχου» των κινητοποιήσεων. Η επιλογή του Τραμπ να μην ενεργοποιήσει –ακόμη– τον Νόμο περί Εξέγερσης αποτρέπει μια άμεση στρατιωτικοποίηση της κρίσης, αλλά δεν αναιρεί το ενδεχόμενο κλιμάκωσης εάν οι διαδηλώσεις συνεχιστούν ή ριζοσπαστικοποιηθούν.
Η υπόθεση της Ρενέ Γκουντ εξελίσσεται έτσι σε δοκιμασία για την ισορροπία ανάμεσα στη δημόσια ασφάλεια και τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ, αλλά και για τα όρια της προεδρικής εξουσίας στη χρήση του στρατού στο εσωτερικό. Σε ένα ήδη πολωμένο πολιτικό περιβάλλον, κάθε κίνηση του Λευκού Οίκου γύρω από τον Νόμο περί Εξέγερσης αποκτά βαρύνουσα θεσμική και συμβολική σημασία.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η «τακτική υποχώρηση» του Τραμπ δεν πρέπει να εκληφθεί ως μετριοπάθεια, αλλά ως διαχείριση κόστους: κρατά ένα ακραίο εργαλείο ως διαπραγματευτικό φόβητρο, ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινωνία γυρίζει την πλάτη στο αφήγημα της κυβέρνησης για την ICE· αν η οργή στους δρόμους κλιμακωθεί, η πίεση να επιλέξει μεταξύ καταστολής και θεσμικής αυτοσυγκράτησης θα γίνει το πραγματικό τεστ για τον Λευκό Οίκο.







