Σοβαρές καταγγελίες για λειτουργία εσωτερικού κυκλώματος επίορκων υπαλλήλων στον ΟΠΕΚΕΠΕ, που φέρεται να αλλοίωνε ελέγχους και να κατεύθυνε ευρωπαϊκές ενισχύσεις, κατέθεσε η Παρασκευή Τυχεροπούλου στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Η δίκη των πρώην επιτελικών στελεχών Δημήτρη Μελά και Αθανασίας Ρέππα φωτίζει το πώς το Εθνικό Απόθεμα εξελίχθηκε, κατά τη μάρτυρα, στο «μεγαλύτερο σκάνδαλο» του Οργανισμού.
Μια ιδιαίτερα σκοτεινή εικόνα για τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ τα προηγούμενα χρόνια περιέγραψε, για δεύτερη ημέρα κατάθεσής της, η Παρασκευή Τυχεροπούλου, πρώην υπεύθυνη για τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά του Εθνικού Αποθέματος και σήμερα ειδική συνεργάτις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Στο εδώλιο βρίσκονται ο πρώην πρόεδρος του Οργανισμού Δημήτρης Μελάς και η πρώην διευθύντρια Άμεσων Ενισχύσεων και Τεχνικών Έργων, Αθανασία Ρέππα, οι οποίοι δικάζονται για υπεξαγωγή εγγράφου, υπόθαλψη εγκληματία και παράβαση καθήκοντος από κοινού.
Το «μεγαλύτερο σκάνδαλο» και το πόρισμα για τα 48 ΑΦΜ
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι δύο κατηγορούμενοι φέρονται να απέκρυψαν, τον Νοέμβριο 2020, κρίσιμο πόρισμα της κ. Τυχεροπούλου, το οποίο είχε συνταχθεί κατ’ εντολή του τότε προέδρου Γρηγόρη Βάρρα. Το πόρισμα αφορούσε εκτεταμένες παρατυπίες σε 48 συγκεκριμένα ΑΦΜ, με εικονικές εκτάσεις βοσκής και τεχνητή δημιουργία δικαιωμάτων από το Εθνικό Απόθεμα, μηχανισμός που προοριζόταν να ενισχύει κυρίως νέους και νεοεισερχόμενους παραγωγούς.
Η μάρτυρας υποστήριξε ότι τα ευρήματά της δεν διαβιβάστηκαν ποτέ στη Δικαιοσύνη, όπως είχε ζητήσει ο κ. Βάρρας πριν αποχωρήσει από τον Οργανισμό. Αντιθέτως, όπως κατέθεσε, μετά την παράδοση του πορίσματος στον κ. Μελά και σε άλλα τέσσερα στελέχη, μετακινήθηκε αιφνιδιαστικά στο Τμήμα Εκπαίδευσης, ενώ διαπίστωσε πως οι επίμαχοι φάκελοι επανελέγχθηκαν με «άλλα ευρήματα» και οι περισσότεροι έλεγχοι της αναιρέθηκαν, χωρίς καταγεγραμμένη αιτιολογία στο πληροφοριακό σύστημα.
Χαρακτήρισε το Εθνικό Απόθεμα και τον τρόπο διανομής του «το μεγαλύτερο σκάνδαλο μέσα στον Οργανισμό», επισημαίνοντας ότι μαζί με το πόρισμα είχε υποβάλει και αναλυτικό υπόμνημα με προτάσεις θωράκισης του συστήματος, το οποίο, όπως είπε, «πετάχτηκε στα σκουπίδια», παρότι διαπιστώνει σήμερα ότι αρκετές από τις προτάσεις αυτές τελικά εφαρμόζονται.
Καταγγελίες για κύκλωμα, εκφοβισμό ελεγκτών και θεσμικές προεκτάσεις
Η κ. Τυχεροπούλου μίλησε για δύο «τάσεις» εντός του ΟΠΕΚΕΠΕ: την πλειονότητα που «τα έβλεπε όλα καλώς καμωμένα» και μια μικρή μειοψηφία που «έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου». Κατήγγειλε ότι εντός του Οργανισμού λειτουργούσε κύκλωμα επίορκων υπαλλήλων, σε συνεργασία με παραγωγούς, που λυμαίνονταν ευρωπαϊκούς πόρους. Όσοι επέμεναν στους ελέγχους, σύμφωνα με την ίδια, υφίσταντο «τιμωρίες» και δυσμενείς μετακινήσεις.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε ελεγκτή, ο οποίος πρώτος αποκάλυψε μαζικές παράνομες δηλώσεις στην Κρήτη. Μετά τις καταγγελίες του, όχι μόνο δεν υπήρξε θεσμική αντίδραση, αλλά, όπως κατέθεσε, δέχθηκε απειλές από παραγωγό («αν θα πάω φυλακή, θα μείνεις χωρίς απογόνους»), βανδαλισμούς στο αυτοκίνητό του, πειθαρχική ποινή και τελικά απαξίωση, καθώς χαρακτηρίστηκε «τρελός» με «ακαταλόγιστο».
Το δικαστήριο ζήτησε τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις σε βάρος των 48 αγροτών που κατονομάζονται στο πόρισμα. Παράλληλα, αποφάσισε να καλέσει ως μάρτυρες τους πρώην προέδρους του ΟΠΕΚΕΠΕ Γρηγόρη Βάρρα και Θεοφάνη Παππά, τον πρώην γενικό διευθυντή Α. Λαμπρόπουλο, καθώς και δύο πρώην ελεγκτές που φέρονται να μετακινήθηκαν δυσμενώς από τις θέσεις τους. Η δίκη θα συνεχιστεί στις 16 Μαρτίου.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ ξεπερνά τα στενά όρια ενός ποινικού ακροατηρίου: αγγίζει την αξιοπιστία της διαχείρισης κοινοτικών πόρων, την ακεραιότητα των διοικητικών μηχανισμών και την προστασία όσων τολμούν να ελέγξουν. Αν επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες για συστηματική αλλοίωση ελέγχων, εκφοβισμό ελεγκτών και «εξαφάνιση» πορισμάτων, θα πρόκειται για δομική κρίση θεσμών, όχι για μεμονωμένες παρεκτροπές. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ποινικό αλλά βαθιά πολιτικό και οικονομικό: η δυνατότητα του κράτους να εγγυάται ότι το κάθε ευρώ της ΚΑΠ φτάνει σε αυτούς που πραγματικά το δικαιούνται.







