Η νέα βρετανίδα υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς φέρεται να επιδιώκει επιτάχυνση της σύσφιγξης των σχέσεων Λονδίνου – Βρυξελλών μετά το Brexit. Η συζήτηση ανοίγει εκ νέου το ζήτημα του οικονομικού κόστους της αποχώρησης από την ΕΕ και των επιλογών της κυβέρνησης Στάρμερ.
Η πρόθεση της Ρέιτσελ Ριβς να προωθήσει ταχύτερα τη σύσφιγξη των δεσμών της Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση σηματοδοτεί μια σαφή στροφή στην οικονομική και εμπορική στρατηγική του Λονδίνου μετά το Brexit. Αν και το πλήρες κείμενο του ρεπορτάζ παραμένει πίσω από συνδρομητικό τοίχο, η ίδια η θεματολογία αποτυπώνει την αυξανόμενη πίεση που δέχεται η βρετανική κυβέρνηση να περιορίσει τις απώλειες που υπέστη η οικονομία από την αποχώρηση από την ενιαία αγορά.
Το διακύβευμα για το Λονδίνο
Η συζήτηση για «στενότερους δεσμούς» με την ΕΕ δεν αφορά επιστροφή στην πλήρη συμμετοχή, αλλά πρακτικές βελτιώσεις στο εμπορικό και ρυθμιστικό πλαίσιο. Για τη βρετανική οικονομία, που αντιμετωπίζει χαμηλή ανάπτυξη, πίεση στην ανταγωνιστικότητα και διαρκή προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, κάθε μείωση τριβών με την ευρωπαϊκή αγορά είναι κρίσιμη. Οι επιχειρήσεις –από τη βιομηχανία μέχρι τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες– ζητούν πιο σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο συναλλαγών με την ήπειρο.
Η Ριβς, ως επικεφαλής της οικονομικής πολιτικής, καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της πολιτικής δέσμευσης ότι «το Brexit δεν ανατρέπεται» και της ανάγκης να ανακτήσει μέρος των πλεονεκτημάτων της στενής οικονομικής ολοκλήρωσης με την ΕΕ. Αυτό μπορεί να σημαίνει στοχευμένες συμφωνίες σε τομείς όπως τα πρότυπα προϊόντων, τα δικαιώματα των υπηρεσιών ή η συνεργασία σε ρυθμιστικά ζητήματα, χωρίς τυπική επανένταξη σε θεσμούς όπως η ενιαία αγορά ή η τελωνειακή ένωση.
Πολιτικές και ευρωπαϊκές ισορροπίες
Η επιτάχυνση μιας τέτοιας προσέγγισης έχει σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Στο εσωτερικό της Βρετανίας, η κυβέρνηση πρέπει να πείσει τόσο τους ψηφοφόρους που στήριξαν το Brexit όσο και τον επιχειρηματικό κόσμο που ζητά μεγαλύτερη ευρωπαϊκή διασύνδεση. Στην ΕΕ, οι εταίροι θα υποδεχθούν θετικά κάθε κίνηση που μειώνει την αβεβαιότητα στις οικονομικές σχέσεις, αλλά ταυτόχρονα θα επιδιώξουν να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς και να αποφύγουν ένα «μενού κατά παραγγελία» για το Λονδίνο.
Για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, μια σταδιακή, αλλά ουσιαστική, αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων με τη Βρετανία μπορεί να διευκολύνει το εμπόριο, τις επενδύσεις και τη συνεργασία σε τομείς όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η ναυτιλία και η εκπαίδευση. Ωστόσο, η διαδικασία θα είναι μακρά και διαπραγματευτικά σύνθετη, καθώς κάθε βήμα σύγκλισης θα προϋποθέτει ανταλλάγματα και σαφείς δεσμεύσεις από το Λονδίνο.
Σχόλιο
: Η κίνηση της Ρέιτσελ Ριβς δείχνει ότι η μετα-Brexit πραγματικότητα ωθεί τη Βρετανία σε πραγματιστική επαναπροσέγγιση με την ΕΕ, όχι από ιδεολογία αλλά από οικονομική ανάγκη. Αν επιβεβαιωθεί σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, θα ανοίξει έναν νέο, πιο τεχνοκρατικό γύρο διαπραγματεύσεων Λονδίνου – Βρυξελλών, με σημαντικές συνέπειες για το ευρωπαϊκό οικονομικό τοπίο.






