Στροφή στο κλίμα για τη Γαλλία καταγράφει η ετήσια έρευνα του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, με τις αμερικανικές εταιρείες να θεωρούν ότι μεγάλο μέρος των μεταρρυθμίσεων Μακρόν έχει «σβηστεί». Η απαισιοδοξία για τις προοπτικές της οικονομίας και ο φόβος πολιτικής αστάθειας υπονομεύουν την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις.
Η μακρόχρονη προσπάθεια του Εμανουέλ Μακρόν να αναβαθμίσει την εικόνα της Γαλλίας ως ελκυστικού επενδυτικού προορισμού φαίνεται να δέχεται σοβαρό πλήγμα, σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου στη Γαλλία (AmCham France). Οι αμερικανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα εμφανίζονται πλέον σαφώς πιο απαισιόδοξες για το οικονομικό περιβάλλον και τις μελλοντικές προοπτικές.
Απαισιοδοξία για την οικονομία και «σβησμένες» μεταρρυθμίσεις
Η έρευνα κάλυψε 140 αμερικανικές εταιρείες με παρουσία στη Γαλλία και ανέδειξε ένα ιδιαίτερα ζοφερό κλίμα. Μόλις το 17% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι οικονομικές προοπτικές της χώρας για τα επόμενα δύο έως τρία χρόνια είναι θετικές. Αντίθετα, κυριαρχούν ανησυχίες για το υψηλό κόστος εργασίας, την πολυπλοκότητα του εργατικού δικαίου και την αυξημένη πολιτική αστάθεια.
Ο Marc-André Kamel, εταίρος της Bain & Company και αντιπρόεδρος του AmCham France, τόνισε ότι κατά την αντίληψη της πλειονότητας των στελεχών «ένα τεράστιο μέρος των αξιοσημείωτων προσπαθειών που είχαν γίνει από το 2017 έχει πλέον σβηστεί». Όπως είπε, σε όρους ελκυστικότητας η Γαλλία «έχει επιστρέψει εκεί όπου βρισκόταν πριν από δέκα χρόνια».
Ακόμη πιο ανησυχητικό για το Μέγαρο των Ηλυσίων είναι ότι το 77% των συμμετεχόντων στην έρευνα πιστεύει πως ο Μακρόν δεν θα μπορέσει να προωθήσει νέες ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις μέχρι τη λήξη της θητείας του το επόμενο έτος. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις δεν αναμένουν σύντομα βελτίωση του θεσμικού και φορολογικού πλαισίου.
Από την πρωταθλήτρια επενδύσεων στην αμφισβήτηση
Από το 2017 και μετά, ο Γάλλος πρόεδρος, πρώην επενδυτικός τραπεζίτης, είχε επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο στο να αποτινάξει την εικόνα της Γαλλίας ως «φορολογικής και γραφειοκρατικής κινούμενης άμμου». Προώθησε μειώσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων, απλοποίησε διαδικασίες και επιχείρησε να προσελκύσει πολυεθνικές που αναζητούσαν εναλλακτική έδρα μετά το Brexit.
Οι προσπάθειες αυτές είχαν αποτυπωθεί και σε διεθνείς κατατάξεις, με τη Γαλλία να βρίσκεται συχνά στην κορυφή των προορισμών της ΕΕ για άμεσες ξένες επενδύσεις, σύμφωνα με μελέτες συμβουλευτικών οίκων όπως η EY. Ωστόσο, το νέο κύμα απαισιοδοξίας από τους αμερικανούς επενδυτές δείχνει ότι η εικόνα αυτή ραγίζει.
Το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου επιχείρησε να προλάβει την αρνητική δημοσιότητα, υποβαθμίζοντας τα συμπεράσματα της έρευνας. Αξιωματούχος του υπουργείου υπενθύμισε ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ Δεκεμβρίου και Ιανουαρίου, σε μια περίοδο που η χώρα δεν είχε ακόμη προϋπολογισμό και βρίσκονταν σε εξέλιξη έντονες κοινοβουλευτικές διαπραγματεύσεις για σημαντικές αυξήσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων.
Το πολύμηνο αδιέξοδο για τον προϋπολογισμό έληξε στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνού κατάφερε να περάσει το δημοσιονομικό σχέδιο για το 2026 από το κοινοβούλιο. Μένει να φανεί αν η σταθεροποίηση στο μέτωπο του προϋπολογισμού θα αρκέσει για να αναστρέψει την επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος.
Σχόλιο
: Η στροφή των αμερικανικών επιχειρήσεων λειτουργεί ως καμπανάκι όχι μόνο για το Παρίσι αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, η οποία πασχίζει να παραμείνει ανταγωνιστική απέναντι σε ΗΠΑ και Ασία. Αν μια χώρα που μέχρι πρόσφατα προβαλλόταν ως «πρωταθλητής» προσέλκυσης επενδύσεων βλέπει την ελκυστικότητά της να διαβρώνεται από πολιτική αβεβαιότητα και φορολογικές συζητήσεις, το μήνυμα για κυβερνήσεις και επενδυτές είναι σαφές: η συνέπεια, η προβλεψιμότητα και η σταθερότητα του πλαισίου είναι πλέον εξίσου κρίσιμες με το ύψος των φορολογικών συντελεστών.






