Επιμένει ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παρά την αποκλιμάκωση στην ευρωζώνη

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε οριακά στο 2,8% τον Ιανουάριο, παραμένοντας όμως από τους υψηλότερους στην ευρωζώνη. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος της ευρωζώνης έπεσε στο 1,7%, κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ.

Τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για τον Ιανουάριο αναδεικνύουν μια διπλή εικόνα: η ευρωζώνη συνολικά πλησιάζει πλέον σε συνθήκες αποπληθωριστικής ηρεμίας, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες τιμές πληθωρισμού μεταξύ των κρατών-μελών, παρά τη μικρή αποκλιμάκωση.

Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη τιμών

Σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της Eurostat, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκε τον Ιανουάριο κατά 2,8% σε ετήσια βάση, από 2,9% τον Δεκέμβριο και 2,8% τον Νοέμβριο. Η κίνηση είναι οριακή, επιβεβαιώνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν επίμονες στην ελληνική οικονομία.

Σε μηνιαία βάση, οι τιμές στη χώρα κατέγραψαν μείωση κατά 0,8%, εξέλιξη που αντανακλά εποχικούς παράγοντες και κυρίως τη διόρθωση σε επιμέρους κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών. Ωστόσο, σε σύγκριση με τους εταίρους, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην «πάνω ζώνη» του ευρωπαϊκού πληθωρισμού: με 2,8% κατατάσσεται τρίτη υψηλότερη στην ευρωζώνη, πίσω από τη Σλοβακία (4,2%) και την Κροατία (3,6%).

Στον αντίποδα, η Γαλλία κατέγραψε τον χαμηλότερο ετήσιο ρυθμό πληθωρισμού με μόλις 0,4%, ενώ Ιταλία και Φινλανδία κινούνται στο 1%. Η απόσταση αυτή υποδηλώνει ότι, παρά τη συνολική αποκλιμάκωση στην Ευρώπη, η διαδικασία επαναφοράς των τιμών σε πιο ήπια επίπεδα είναι άνιση μεταξύ των οικονομιών.

Ευρωζώνη: κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ, αλλά με επίμονες εστίες

Για το σύνολο της ευρωζώνης, ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 1,7% από 1,9% στην προηγούμενη μέτρηση, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών και φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2024. Βρίσκεται πλέον κάτω από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για μέσο ρυθμό πληθωρισμού «πέριξ του 2%», εξέλιξη που ενισχύει τη συζήτηση για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής.

Σε δομικό επίπεδο –δηλαδή αφαιρώντας τις ευμετάβλητες τιμές ενέργειας και τροφίμων– ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη υποχώρησε στο 2,2% από 2,3%, χαμηλότερα από ό,τι ανέμενε η αγορά και στο χαμηλότερο σημείο από τον Οκτώβριο του 2021. Σε μηνιαία βάση, ο γενικός δείκτης μειώθηκε κατά 0,5%, ενώ ο δομικός κατά 1,1%.

Η ανάλυση των συνιστωσών δείχνει ότι οι υπηρεσίες παραμένουν ο βασικός «πυρήνας» πληθωρισμού, με 3,2% ετήσιο ρυθμό (από 3,4% τον Δεκέμβριο). Τα τρόφιμα, τα αλκοολούχα και τα καπνικά διαμορφώνονται στο 2,7%, επιταχύνοντας από το 2,5%, γεγονός που διατηρεί την πίεση στα νοικοκυριά. Τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά κινούνται σε σαφώς ηπιότερο ρυθμό, στο 0,4%, ενώ η ενέργεια καταγράφει έντονη πτώση τιμών, με -4,1% από -1,9% τον Δεκέμβριο, λειτουργώντας αποπληθωριστικά για τον συνολικό δείκτη.

Για την Ελλάδα, η εικόνα αυτή σημαίνει ότι, παρά την ελαφρά μηνιαία διόρθωση, η χώρα παραμένει εκτεθειμένη σε υψηλότερες αυξήσεις τιμών σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ιδίως σε τομείς όπως οι υπηρεσίες και η κατανάλωση βασικών αγαθών.

Σχόλιο SBCTV : Η οριακή κάμψη του πληθωρισμού στην Ελλάδα κρύβει μια πιο ανησυχητική πραγματικότητα: όσο η ευρωζώνη κινείται ήδη κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις ακρίβειας. Αυτό συνεπάγεται ότι, όταν ξεκινήσει ο κύκλος χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, η Ελλάδα θα εισέρχεται με ήδη υψηλότερο σημείο εκκίνησης στις τιμές, επιβαρύνοντας την αγοραστική δύναμη και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

#πληθωρισμός #Ελλάδα #Ευρωζώνη #Eurostat #ΕΚΤ

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.