Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί να εμφανίσει την Τουρκία ως κρίσιμο διαμεσολαβητή ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης βρίσκονται σε οριακό σημείο. Η Άγκυρα επενδύει στον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης, σε ένα σκηνικό αυξανόμενης στρατιωτικής έντασης στον Κόλπο.
Η Τουρκία «καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια» για να αποτρέψει μια ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, δήλωσε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επιχειρώντας να τοποθετήσει την Άγκυρα στο επίκεντρο της διπλωματικής διαχείρισης της κρίσης γύρω από το ιρανικό πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα. Οι δηλώσεις του Τούρκου προέδρου, που μεταδίδει το Reuters, έγιναν κατά την επιστροφή του από επίσκεψη στην Αίγυπτο.
Κλιμάκωση απειλών και εύθραυστες διαπραγματεύσεις
Το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα τεταμένο: η Ουάσινγκτον επιμένει ότι οι συνομιλίες με την Τεχεράνη πρέπει να καλύψουν όχι μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και το πυραυλικό οπλοστάσιο του Ιράν, καθώς και τη στήριξή του σε ένοπλες οργανώσεις στη Μέση Ανατολή. Το Ιράν, αντίθετα, δηλώνει πως δέχεται να συζητήσει αποκλειστικά τα πυρηνικά, προειδοποιώντας ότι η διεύρυνση της ατζέντας απειλεί να τινάξει τις διαπραγματεύσεις στον αέρα.
Οι διαφωνίες αυτές έχουν ήδη οδηγήσει σε αμοιβαίες απειλές για αεροπορικές επιδρομές, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ σκληραίνει περαιτέρω τη ρητορική του. Ερωτηθείς αν ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, πρέπει να ανησυχεί, ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε: «Θα έλεγα ότι πρέπει να ανησυχεί πολύ. Ναι, πρέπει», προσθέτοντας ότι «διαπραγματεύονται μαζί μας» χωρίς να δώσει λεπτομέρειες.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον έχει ενισχύσει θεαματικά τη στρατιωτική της παρουσία στη Μέση Ανατολή, με χιλιάδες στρατιώτες, αεροπλανοφόρο, πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη να αναπτύσσονται στην περιοχή. Μετά τις περσινές βομβιστικές επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά ιρανικών στόχων, οι φόβοι για έναν ευρύτερο πόλεμο που θα αποσταθεροποιήσει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή παραμένουν έντονοι.
Η τουρκική διπλωματική εξίσωση
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ερντογάν επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τις σχέσεις που έχει καλλιεργήσει επί χρόνια τόσο με τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και με την ιρανική ηγεσία. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η Τουρκία εργάζεται «σκληρά» για να αποτρέψει την κλιμάκωση, ενώ χαρακτήρισε χρήσιμες τις απευθείας συνομιλίες σε επίπεδο ηγετών ΗΠΑ–Ιράν μετά τις προγραμματισμένες για την Παρασκευή τεχνικές πυρηνικές διαπραγματεύσεις στο Ομάν.
Αρχικά, η Κωνσταντινούπολη είχε γίνει αποδεκτή ως τόπος συνάντησης, ωστόσο Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι κατέληξαν τελικά στο Μουσκάτ, κατ’ επιθυμία της Τεχεράνης, που επιδιώκει συνέχεια προηγούμενων επαφών εκεί με αποκλειστικό αντικείμενο τα πυρηνικά. Παρά τη συμφωνία για τον τόπο, δεν υπάρχει ακόμη κοινό έδαφος για την ατζέντα, με την Ουάσινγκτον να ζητά περιορισμό του βεληνεκούς των ιρανικών πυραύλων στα 500 χιλιόμετρα και ένταξη στο τραπέζι θεμάτων όπως η στήριξη σε οργανώσεις όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι.
Η Τεχεράνη, της οποίας η περιφερειακή επιρροή έχει πληγεί από τις επαναλαμβανόμενες ισραηλινές επιθέσεις κατά συμμάχων της και από πολιτικές ανατροπές στη Συρία, επιμένει ότι οι πυρηνικές της δραστηριότητες είναι ειρηνικές. Την ίδια ώρα, σύμφωνα με αξιωματούχο του Κόλπου, δείχνει προτίμηση σε ένα στενό, διμερές πλαίσιο με τις ΗΠΑ, παρά σε ευρύτερη, πολυμερή μεσολάβηση.
Η στάση της Τουρκίας αντανακλά την προσπάθειά της να ισορροπήσει ανάμεσα σε ανταγωνιστικά στρατόπεδα, αξιοποιώντας τη γεωγραφία και τα δίκτυα επιρροής της για να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως αναντικατάστατου παίκτη στη Μέση Ανατολή – με προφανείς προεκτάσεις για την ασφάλεια, την ενέργεια και τις περιφερειακές ισορροπίες.
Σχόλιο
: Η Άγκυρα αξιοποιεί το κενό εμπιστοσύνης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης για να αυτοπροβληθεί ως αναγκαίος διαμεσολαβητής, σε μια περίοδο που η τουρκική ηγεσία επιδιώκει αναβάθμιση του ρόλου της τόσο απέναντι στη Δύση όσο και στον μουσουλμανικό κόσμο· αν όμως οι ΗΠΑ επιμείνουν στην πλήρη σύνδεση πυρηνικών, πυραύλων και περιφερειακής συμπεριφοράς, ο διπλωματικός ελιγμός της Τουρκίας θα δοκιμαστεί σκληρά από τη δυναμική της στρατιωτικής κλιμάκωσης.






