Οι ΗΠΑ και η Ρωσία, σύμφωνα με πληροφορίες του Axios, βρίσκονται πολύ κοντά σε συμφωνία για την παράταση της συνθήκης New START, λίγες ώρες μετά την τυπική λήξη της. Μια ενδεχόμενη συμφωνία θα μπορούσε να ανακόψει –έστω προσωρινά– την πλήρη απορρύθμιση του καθεστώτος ελέγχου των στρατηγικών πυρηνικών όπλων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία βρίσκονται «πολύ κοντά» σε συμφωνία για την τήρηση και παράταση της συνθήκης New START για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων, ακόμη και μετά την τυπική λήξη της, σύμφωνα με δημοσίευμα του Axios που επικαλείται τρεις πηγές με άμεση γνώση των διαπραγματεύσεων. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια ιδιαίτερα εύφλεκτη διεθνή συγκυρία, όπου ο κίνδυνος κούρσας εξοπλισμών και πυρηνικής κλιμάκωσης έχει επανέλθει στο προσκήνιο.
Τι σημαίνει η New START και γιατί η παράταση είναι κρίσιμη
Η New START αποτελεί τον τελευταίο εναπομείναντα πυλώνα διμερούς ελέγχου πυρηνικών όπλων μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Θέτει ανώτατα όρια στον αριθμό ανεπτυγμένων στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών και φορέων εκτόξευσης, καθώς και μηχανισμούς επαλήθευσης και επιθεωρήσεων. Μετά τη λήξη της, οι δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις του πλανήτη μένουν ουσιαστικά «χωρίς φρένα» όσον αφορά την ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση των στρατηγικών τους οπλοστασίων.
Η πιθανή συμφωνία για παράταση ή για συνέχιση της τήρησης των προβλέψεων της συνθήκης, ακόμη και με μεταβατικού χαρακτήρα ρυθμίσεις, λειτουργεί ως αναχώμα στην πλήρη αποδιάρθρωση του πλαισίου στρατηγικής σταθερότητας. Σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών είναι στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών, οποιαδήποτε συνεννόηση για διαφάνεια, όρια και επαλήθευση μειώνει τον κίνδυνο παρεξηγήσεων, λάθους υπολογισμού ή ακούσιας κλιμάκωσης.
Γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις
Η διατήρηση ενός έστω και αποδυναμωμένου πλαισίου ελέγχου πυρηνικών έχει άμεσες επιπτώσεις και στις αγορές. Η απουσία κανόνων και προβλέψιμου πλαισίου αυξάνει το «ασφάλιστρο κινδύνου» σε ενέργεια, πρώτες ύλες και χρηματοπιστωτικά προϊόντα, καθώς οι επενδυτές τιμολογούν τον κίνδυνο γεωπολιτικού σοκ. Αντιθέτως, μια συμφωνία έστω περιορισμένης εμβέλειας μπορεί να λειτουργήσει σταθεροποιητικά στις προσδοκίες, μειώνοντας την ένταση των διακυμάνσεων.
Παράλληλα, η κίνηση αυτή στέλνει μήνυμα και προς τις άλλες πυρηνικές δυνάμεις –ιδίως την Κίνα– ότι οι δύο παραδοσιακές υπερδυνάμεις επιχειρούν να διατηρήσουν κάποιο είδος αρχιτεκτονικής στρατηγικής σταθερότητας, ακόμη και αν το σύστημα ελέγχου εξοπλισμών δεν έχει την έκταση της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο για μελλοντικές, πολυμερείς διαπραγματεύσεις.
Οι κίνδυνοι αν οι συνομιλίες αποτύχουν
Αν οι συνομιλίες δεν καταλήξουν σε μια δεσμευτική ή έστω πολιτικά ισχυρή συμφωνία, ΗΠΑ και Ρωσία θα βρεθούν πλήρως «ελεύθερες» από περιορισμούς, με κίνητρο να επιδείξουν τεχνολογική και ποσοτική υπεροχή στα πυρηνικά τους οπλοστάσια. Αυτό θα ενίσχυε την αβεβαιότητα στην Ευρώπη, θα επιβάρυνε τους αμυντικούς προϋπολογισμούς και θα επιτάχυνε την ανακατεύθυνση πόρων από παραγωγικές επενδύσεις προς στρατιωτικές δαπάνες.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται σε μια ευαίσθητη γειτονιά και εξαρτώνται από τη σταθερότητα των διεθνών αγορών ενέργειας και κεφαλαίου, η έκβαση των συνομιλιών για τη New START δεν είναι απλώς θέμα στρατηγικής θεωρίας, αλλά παράγοντας που επηρεάζει έμμεσα και μακροοικονομικές ισορροπίες.
Σχόλιο
: Αν επιβεβαιωθεί η συμφωνία, θα πρόκειται για μια σπάνια νησίδα ορθολογισμού σε ένα περιβάλλον κλιμακούμενης αντιπαράθεσης, που αποδεικνύει ότι ακόμη και σε συνθήκες «νέου Ψυχρού Πολέμου» τα κανάλια στρατηγικού διαλόγου παραμένουν ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια ασφάλεια και την οικονομική σταθερότητα.






