Σε εφαρμογή τέθηκαν οι νέοι αμερικανικοί επιπρόσθετοι δασμοί 10% που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το νέο πλαίσιο αναδιαμορφώνει την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, χωρίς όμως να αγγίζει τους κλαδικούς δασμούς έως 50%.
Σε ισχύ τέθηκαν από σήμερα οι νέοι αμερικανικοί επιπρόσθετοι τελωνειακοί δασμοί ύψους 10%, τους οποίους ανακοίνωσε και υπέγραψε με εκτελεστικό διάταγμα ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, αμέσως μετά την απορριπτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για μεγάλο μέρος της προηγούμενης δασμολογικής πολιτικής του. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί μια προσπάθεια επανασχεδιασμού του εμπορικού οπλοστασίου της Ουάσιγκτον, με στόχο να σταθεί νομικά πιο ανθεκτικό και πολιτικά πιο διαχειρίσιμο.
Τι αλλάζει με το νέο εκτελεστικό διάταγμα
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, οι νέοι δασμοί 10% έρχονται να αντικαταστήσουν τις προηγούμενες γενικευμένες επιβαρύνσεις που είχαν επιβληθεί «επί δικαίων και αδίκων», αλλά και εκείνες που προβλέπονταν σε σειρά διμερών και πολυμερών εμπορικών συμφωνιών που είχε συνάψει η αμερικανική κυβέρνηση με βασικούς εταίρους. Στόχος είναι ένα πιο ενιαίο, οριζόντιο καθεστώς, το οποίο να μην προσκρούει εύκολα σε δικαστικές προσφυγές όπως συνέβη με το προηγούμενο πλαίσιο.
Κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι νέοι δασμοί δεν αντικαθιστούν τους λεγόμενους κλαδικούς δασμούς, οι οποίοι παραμένουν σε ισχύ και κυμαίνονται από 10% έως και 50% σε συγκεκριμένα προϊόντα και τομείς, όπως ο χαλκός, τα αυτοκίνητα και η ξυλεία κατασκευών. Οι κλαδικές αυτές επιβαρύνσεις δεν επηρεάζονται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συνεπώς διατηρούνται ως βασικό εργαλείο άσκησης στοχευμένης εμπορικής πίεσης.
Επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο και την Ευρώπη
Η εφαρμογή των νέων δασμών 10% αναμένεται να δοκιμάσει εκ νέου τις εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ με τους βασικούς τους εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ιδίως σε κλάδους με υψηλή εξαγωγική έκθεση στην αμερικανική αγορά, το νέο καθεστώς σημαίνει αύξηση κόστους και πιθανή αναθεώρηση τιμολογιακής πολιτικής και επενδυτικών σχεδίων.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιχειρεί μια ισορροπία: αφενός να διατηρήσει τη σκληρή γραμμή προστατευτισμού που αποτελεί κεντρικό πολιτικό αφήγημα του Ντόναλντ Τραμπ, αφετέρου να προσαρμόσει το νομικό υπόβαθρο ώστε να αντέχει σε θεσμικές προκλήσεις. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον παρατεταμένης αβεβαιότητας για τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, με πιθανές αναταράξεις στις αγορές πρώτων υλών, βιομηχανικών προϊόντων και αυτοκινήτου.
Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν έμμεσα τις εξαγωγές μέσω του ευρωπαϊκού καναλιού, αλλά και άμεσα ορισμένους εξαγωγικούς κλάδους με παρουσία στις ΗΠΑ. Σε ένα ήδη εύθραυστο διεθνές περιβάλλον, οι επιχειρήσεις καλούνται να ενσωματώσουν στον σχεδιασμό τους ένα ακόμη στρώμα γεωοικονομικού ρίσκου.
Σχόλιο
: Η κίνηση Τραμπ δεν είναι απλώς τεχνική προσαρμογή μετά το Άνωτατο Δικαστήριο, αλλά σαφής επαναβεβαίωση μιας δομικά προστατευτικής στρατηγικής. Ενισχύει το αφήγημα της «σκληρής Αμερικής», όμως μεταφέρει το κόστος σε επιχειρήσεις και καταναλωτές, εντός και εκτός ΗΠΑ. Για την Ευρώπη –και κατ’ επέκταση την Ελλάδα– το μήνυμα είναι ότι η εποχή της εμπορικής βεβαιότητας έχει λήξει: απαιτούνται διαφοροποίηση αγορών, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και ενεργητική βιομηχανική πολιτική για να απορροφηθούν οι κραδασμοί από τις διαδοχικές δασμολογικές αναταράξεις.






