Σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ επιτέθηκε δημόσια σε οικονομολόγους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης, επειδή δημοσίευσαν μελέτη για τις επιπτώσεις των δασμών στο εμπόριο. Η κίνηση αναζωπυρώνει τη συζήτηση για την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και την πολιτικοποίηση της οικονομικής ανάλυσης στις ΗΠΑ.
Η ένταση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και την αμερικανική κεντρική τράπεζα αποκτά νέα διάσταση, μετά τις δηλώσεις συμβούλου του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι οι οικονομολόγοι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης θα έπρεπε να «πειθαρχηθούν» επειδή δημοσίευσαν μελέτη για τους δασμούς. Η έρευνα, σύμφωνα με τον τίτλο του δημοσιεύματος, αφορούσε τις επιπτώσεις της εμπορικής πολιτικής και ειδικότερα των δασμών, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα εργαλεία της οικονομικής ατζέντας του Τραμπ.
Σύγκρουση πολιτικής εξουσίας με τεχνοκρατική ανάλυση
Η στοχοποίηση οικονομολόγων της Fed, και μάλιστα της ισχυρής περιφερειακής τράπεζας της Νέας Υόρκης, είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστη. Οι ερευνητές των κεντρικών τραπεζών θεωρούνται παραδοσιακά ανεξάρτητοι αναλυτές, που τροφοδοτούν με στοιχεία και μελέτες τη χάραξη νομισματικής και οικονομικής πολιτικής, χωρίς άμεση πολιτική καθοδήγηση.
Όταν ένας ανώτερος πολιτικός σύμβουλος χαρακτηρίζει μια μελέτη ως πολιτικά επιζήμια και ζητά «πειθαρχία» για τους συντάκτες της, στέλνει μήνυμα ότι οι τεχνοκρατικοί θεσμοί πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τη γραμμή του Λευκού Οίκου. Αυτό εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο η οικονομική έρευνα μπορεί να παραμείνει ανεξάρτητη σε ένα περιβάλλον όπου η εμπορική πολιτική και οι δασμοί έχουν μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό διακύβευμα.
Οι μελέτες της Fed για τους δασμούς συνήθως εξετάζουν επιδράσεις σε τιμές, κόστος για τους καταναλωτές, ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και αλυσίδες εφοδιασμού. Εάν τα συμπεράσματα δείχνουν ότι οι δασμοί αυξάνουν το κόστος για την εγχώρια οικονομία, αυτό μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με την πολιτική αφήγηση ότι «οι ξένες χώρες πληρώνουν τον λογαριασμό».
Κίνδυνος για την αξιοπιστία θεσμών και αγορών
Η δημόσια αντιπαράθεση με την Fed δεν είναι καινούργια για τον Τραμπ, ωστόσο η στοχοποίηση μεμονωμένων οικονομολόγων για το περιεχόμενο μιας επιστημονικής μελέτης αποτελεί κλιμάκωση. Οι αγορές παρακολουθούν τέτοιες κινήσεις, καθώς η αξιοπιστία της Fed είναι κρίσιμη για τις προσδοκίες σχετικά με τα επιτόκια, τον πληθωρισμό και τη σταθερότητα του δολαρίου.
Για τους επενδυτές, η εντύπωση ότι η κεντρική τράπεζα δέχεται πολιτική πίεση όχι μόνο στις αποφάσεις επιτοκίων αλλά και στο ίδιο το ερευνητικό της έργο, μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στα στοιχεία και τις προβλέψεις της. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η αβεβαιότητα για το εμπόριο και την ανάπτυξη παραμένει υψηλή, η αποδυνάμωση της ανεξαρτησίας της Fed θα είχε ευρύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή είναι υπενθύμιση του πόσο κρίσιμο είναι να προστατεύεται ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας των κεντρικών τραπεζών και των στατιστικών αρχών από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Η αξιοπιστία των δεδομένων και των μελετών αποτελεί θεμέλιο για ορθολογική οικονομική πολιτική, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων γεωπολιτικών και εμπορικών εντάσεων.
Σχόλιο
: Η στοχοποίηση οικονομολόγων της Fed για μια μελέτη περί δασμών δείχνει μια επικίνδυνη διολίσθηση: από την πολιτική κριτική στις αποφάσεις, στην πειθαρχική απειλή κατά της ίδιας της επιστημονικής ανάλυσης. Αν αυτή η λογική εδραιωθεί, οι αγορές θα κληθούν να λειτουργήσουν σε περιβάλλον όπου τα δεδομένα φιλτράρονται πολιτικά – και αυτό είναι ίσως ο μεγαλύτερος συστημικός κίνδυνος.






