Η Ουάσιγκτον επιβραδύνει την πώληση διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil, αξιοποιώντας τις κυρώσεις ως διαπραγματευτικό εργαλείο στις ειρηνευτικές συνομιλίες για την Ουκρανία. Η OFAC παρατείνει ξανά την προθεσμία, παγώνοντας τα έσοδα υπό αμερικανική δικαιοδοσία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μετατρέπουν την πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής Lukoil σε μοχλό γεωπολιτικής πίεσης, επιβραδύνοντας σκόπιμα τη διαδικασία προκειμένου να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους θέση στις ειρηνευτικές συνομιλίες με τη Μόσχα για την Ουκρανία. Σύμφωνα με πηγές που μετέχουν στις συζητήσεις, η Ουάσιγκτον συνδέει άμεσα το καθεστώς κυρώσεων στον ρωσικό πετρελαϊκό κλάδο με την πρόοδο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η νέα παράταση και ο μηχανισμός παγώματος εσόδων
Το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών παρατείνει εκ νέου την προθεσμία για την ολοκλήρωση συναλλαγών σχετικά με τα διεθνή assets της Lukoil, μεταθέτοντας την καταληκτική ημερομηνία από τις 28 Φεβρουαρίου στην 1η Απριλίου. Πρόκειται για την τέταρτη παράταση από τον Οκτώβριο, όταν επιβλήθηκαν οι κυρώσεις στη Lukoil και στην κρατική Rosneft.
Τα προς πώληση περιουσιακά στοιχεία, τα οποία εκτιμώνται γύρω στα 22 δισ. δολάρια, περιλαμβάνουν πετρελαιοπηγές, διυλιστήρια και δίκτυα πρατηρίων καυσίμων από το Ιράκ έως τη Φινλανδία. Καθοριστικός όρος που θέτει η Ουάσιγκτον είναι ότι η Lukoil δεν θα λάβει καμία προκαταβολή, ενώ το σύνολο των εσόδων από την πώληση θα κατατεθεί σε λογαριασμό υπό αμερικανική δικαιοδοσία, με τα κεφάλαια ουσιαστικά παγωμένα.
Αμερικανός αξιωματούχος εξηγεί ότι η παράταση στοχεύει στο να «διευκολύνει τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις με τη Lukoil και να καταλήξει σε μια συμφωνία που να υποστηρίζει τις προσπάθειες του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να στερήσει από τη Ρωσία τα έσοδα που χρειάζεται για να στηρίξει την πολεμική της μηχανή και να επιτύχει ειρήνη».
Σύνδεση με τις ειρηνευτικές συνομιλίες και οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές
Οι συνομιλίες ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας σε Γενεύη, Άμπου Ντάμπι και Μαϊάμι δεν έχουν αποδώσει μέχρι στιγμής απτά αποτελέσματα, ωστόσο η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εντάξει το ενεργειακό σκέλος στο πακέτο διαπραγμάτευσης. Ο επόμενος γύρος επαφών έχει προγραμματιστεί για τον Μάρτιο, με τις κυρώσεις στον ρωσικό πετρελαϊκό τομέα να αποτελούν κεντρικό αντικείμενο.
Η αναγκαστική πώληση του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον περισσότερων από δώδεκα πλειοδοτών. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η αμερικανική ExxonMobil, η Carlyle Group, η Midad Energy από τη Σαουδική Αραβία, καθώς και επενδυτικά σχήματα με τη συμμετοχή του δισεκατομμυριούχου Todd Boehly, της τράπεζας Xtellus Partners και του ταμείου των ΗΑΕ Alliance Investment Partners. Σε ενεργές συζητήσεις εμφανίζεται και συνεργασία της Chevron με την Quantum Capital Group, χωρίς όμως οριστική συμφωνία μέχρι στιγμής.
Η διαχείριση της διαδικασίας έχει πλέον ανέβει επίπεδο, εμπλέκοντας όχι μόνο την OFAC αλλά και ανώτερους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, του Υπουργείου Οικονομικών και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με τον Υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να παίζει πιο άμεσο ρόλο.
Οικονομική διάσταση της σύγκρουσης και ρίσκα για την αγορά
Παράλληλα, αναφορές για πρόταση ρωσικής «οικονομικής συμφωνίας» ύψους 12 τρισ. δολαρίων προς την κυβέρνηση Τραμπ, στην οποία θα περιλαμβάνονταν και τα assets της Lukoil, προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Αν και οι λεπτομέρειες δεν είναι δημόσιες, τέτοιες κινήσεις υπογραμμίζουν ότι ο ενεργειακός πλούτος βρίσκεται στον πυρήνα της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, η παρατεταμένη αβεβαιότητα γύρω από την τύχη των περιουσιακών στοιχείων της Lukoil δημιουργεί ρίσκα αλλά και ευκαιρίες. Η σταδιακή ανακατανομή ρωσικών περιουσιακών στοιχείων σε δυτικούς και περιφερειακούς παίκτες μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε διύλιση, διακίνηση και λιανική καυσίμων σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, η επιλογή των ΗΠΑ να παγώσουν τα έσοδα και να τα χρησιμοποιήσουν ως μοχλό διαπραγμάτευσης δείχνει ότι οι κυρώσεις εξελίσσονται από εργαλείο τιμωρίας σε εργαλείο διαχείρισης της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας και ενέργειας.
Σχόλιο
: Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί την Lukoil ως χαρακτηριστικό παράδειγμα «οικονομικού πολέμου»: δεν επιδιώκει απλώς να τιμωρήσει τη Μόσχα, αλλά να ελέγξει τη ροή και την τελική χρήση των ρωσικών ενεργειακών εσόδων. Η μετατροπή της πώλησης σε διαπραγματευτικό εργαλείο ενισχύει την πίεση στο Κρεμλίνο, αλλά αυξάνει και τον κίνδυνο πολιτικοποίησης μεγάλων συναλλαγών στον ενεργειακό κλάδο, κάτι που οι διεθνείς επενδυτές θα τιμολογήσουν με υψηλότερο ρίσκο και απαιτούμενες αποδόσεις.






