Η Κριστίν Λαγκάρντ στέλνει μήνυμα ότι η ΕΚΤ δεν έχει κλειδώσει πορεία για τα επιτόκια και θα αποφασίζει από συνεδρίαση σε συνεδρίαση. Την ίδια ώρα υπερασπίζεται σθεναρά την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών απέναντι σε πολιτικές πιέσεις.
Μήνυμα ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οφείλει να διατηρήσει πλήρη ευελιξία στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής, ακόμη και αν σήμερα βρίσκεται σε «καλή θέση», έστειλε η πρόεδρός της Κριστίν Λαγκάρντ, μιλώντας στην Ουάσινγκτον. Οι δηλώσεις της έρχονται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας για την πορεία του πληθωρισμού, της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη και των διεθνών εμπορικών εντάσεων.
Ευελιξία και αποφάσεις «από συνάντηση σε συνάντηση»
Η Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ πρέπει να επανεκτιμά διαρκώς τη θέση της: «Πρέπει να αξιολογήσουμε αν βρισκόμαστε σε αυτή την καλή θέση που λέω τώρα», σημείωσε, προσθέτοντας πως αυτό συνεπάγεται ότι «πρέπει να είμαστε ευέλικτοι και να καθορίσουμε τη θέση μας αν πρέπει να γίνει κάτι». Σύμφωνα με το Bloomberg, κατέστησε σαφές ότι η Τράπεζα δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων σε συγκεκριμένη τροχιά επιτοκίων, αλλά θα τα καθορίζει «από συνάντηση σε συνάντηση, σε κάθε βήμα της διαδικασίας».
Με αυτόν τον τρόπο, η επικεφαλής της ΕΚΤ επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτές όλες τις επιλογές, σε ένα περιβάλλον όπου οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη περιγράφονται από την ίδια ως «ισορροπημένοι σε γενικές γραμμές». Η στάση αυτή επιτρέπει στην ΕΚΤ να αντιδράσει είτε σε νέα ανοδική αναζωπύρωση των τιμών, είτε σε ενδεχόμενη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας που θα δικαιολογούσε πιο χαλαρή πολιτική.
Ανεξαρτησία κεντρικών τραπεζών και πολιτικές πιέσεις
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης της Λαγκάρντ ήταν η υπεράσπιση της θεσμικής ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών. Όπως τόνισε, η ανεξαρτησία αυτή «είναι κρίσιμης σημασίας για την αποστολή που πρέπει να υλοποιήσουμε». Προειδοποίησε ότι χωρίς την προστασία, την εκτίμηση και –όπως είπε χαρακτηριστικά– τη «γιορτή» αυτής της ανεξαρτησίας, σε συνδυασμό με ισχυρή λογοδοσία, οι κεντρικές τράπεζες δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν με τον τρόπο που το έκαναν στις πρόσφατες κρίσεις.
Το μήνυμα αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια περίοδο όπου η νομισματική πολιτική βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς, με κυβερνήσεις να πιέζουν για χαλάρωση των συνθηκών χρηματοδότησης. Η Λαγκάρντ, η οποία δέχεται και η ίδια δημόσια κριτική για ζητήματα δεοντολογίας, υπενθύμισε ότι η «βασική της προτεραιότητα» παραμένει η ολοκλήρωση της θητείας της στην ΕΚΤ, στέλνοντας μήνυμα συνέχειας και σταθερότητας.
Διεθνές περιβάλλον και προκλήσεις για τη νομισματική πολιτική
Αναφερόμενη στις ΗΠΑ, η Λαγκάρντ ρωτήθηκε για τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο διάδοχος στην ηγεσία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed), Κέβιν Γουόρς, απαντώντας λακωνικά ότι η μεγαλύτερη πρόκλησή του θα είναι «να κάνει τη δουλειά του». Η φράση αυτή υποδηλώνει ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες διεθνώς βρίσκονται αντιμέτωποι με παρόμοια διλήμματα: πώς θα ελέγξουν τον πληθωρισμό, χωρίς να προκαλέσουν βαθιά ύφεση, και πώς θα διαφυλάξουν την ανεξαρτησία τους απέναντι σε πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις.
Για την Ευρωζώνη, το σήμα της ΕΚΤ ότι δεν έχει προαποφασίσει την πορεία των επιτοκίων σημαίνει ότι οι αγορές θα συνεχίσουν να «διαβάζουν» προσεκτικά κάθε νέο στοιχείο για πληθωρισμό, μισθούς και ανάπτυξη. Για τις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις, η ρητορική της ευελιξίας μεταφράζεται σε ανάγκη προσεκτικού σχεδιασμού, χωρίς να θεωρούν δεδομένη μια γρήγορη επιστροφή σε φθηνό χρήμα.
Σχόλιο
: Η Λαγκάρντ προσπαθεί να κρατήσει δύο ισορροπίες ταυτόχρονα: να καθησυχάσει τις αγορές ότι η ΕΚΤ δεν θα αιφνιδιάσει με απότομες κινήσεις, αλλά και να διατηρήσει πλήρη βαθμό ελευθερίας για να αντιδράσει σε νέα δεδομένα. Η εμφατική αναφορά στην ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών δείχνει ότι στο παρασκήνιο οι πολιτικές πιέσεις εντείνονται. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το μήνυμα είναι σαφές: η νομισματική πολιτική δεν θα προσαρμοστεί στα δημοσιονομικά τους άγχη. Για τις αγορές, το σήμα είναι ότι μπαίνουμε σε μια φάση λεπτών ρυθμίσεων, όπου κάθε συνεδρίαση της ΕΚΤ μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη για το κόστος δανεισμού κρατών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών.






