Σε 74,85 δισ. ευρώ ανήλθε ο ετήσιος κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου το 2025, καταγράφοντας αύξηση 2% σε σχέση με το 2024. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αναδεικνύουν την κυριαρχία των τροφίμων, αλλά και τη διαφοροποίηση ανά Περιφέρεια και κλάδο.
Στα 74,85 δισ. ευρώ διαμορφώθηκε ο συνολικός τζίρος του λιανεμπορίου στην Ελλάδα το 2025, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σημειώνοντας άνοδο 2% σε σχέση με το 2024, όταν είχε φτάσει τα 73,367 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία αφορούν το σύνολο του λιανεμπορίου, ενώ παράλληλα δημοσιοποιούνται και αναλυτικά δεδομένα για τις επιχειρήσεις λιανικής χωρίς τους κλάδους οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων.
Για αυτές τις επιχειρήσεις, ο κύκλος εργασιών το 2025 ανήλθε σε 27,333 δισ. ευρώ, επίσης με άνοδο 2% έναντι των 26,7 δισ. ευρώ το 2024. Η εικόνα δείχνει μια αγορά που συνεχίζει να αναπτύσσεται οριακά, με σαφή όμως μετατόπιση βαρών ανάμεσα σε κατηγορίες προϊόντων και γεωγραφικές περιοχές.
Η δομή του τζίρου και οι κλάδοι που ξεχωρίζουν
Τον μεγαλύτερο «όγκο» στον ετήσιο κύκλο εργασιών του 2025 κατέχουν, με διαφορά, τα μη ειδικευμένα καταστήματα που πωλούν κυρίως τρόφιμα, ποτά ή καπνό, με συμμετοχή 27,3% στον συνολικό τζίρο. Ακολουθούν η πώληση αυτοκινήτων και ελαφρών μηχανοκίνητων οχημάτων (11,4%), το λιανικό εμπόριο καυσίμων κίνησης σε ειδικευμένα καταστήματα (10,5%), τα φαρμακευτικά είδη (6,7%) και το λιανικό εμπόριο ενδυμάτων (5%).
Σε σύγκριση με το 2024, η κατάταξη των πέντε μεγαλύτερων κλάδων παραμένει σταθερή, αλλά με μικρές μεταβολές στα ποσοστά. Τα σούπερ μάρκετ και τα συναφή καταστήματα τροφίμων ενισχύουν το μερίδιό τους (από 26,7% σε 27,3%), επιβεβαιώνοντας ότι η δαπάνη για βασικά είδη παραμένει προτεραιότητα των νοικοκυριών, ακόμη και σε περιβάλλον ακρίβειας.
Αντίθετα, το μερίδιο των καυσίμων μειώνεται (από 11,3% σε 10,5%), εξέλιξη που συνδέεται τόσο με διακυμάνσεις τιμών όσο και με πιθανή εξοικονόμηση κατανάλωσης. Σταθερή είναι η συμμετοχή των φαρμακείων, ενώ τα ενδύματα καταγράφουν οριακή υποχώρηση μεριδίου.
Ποιες δραστηριότητες και Περιφέρειες κερδίζουν έδαφος
Σε απόλυτα μεγέθη, η μεγαλύτερη αύξηση τζίρου το 2025 σε σχέση με το 2024 καταγράφεται στα μη ειδικευμένα καταστήματα τροφίμων, ποτών και καπνού, με άνοδο 856,743 εκατ. ευρώ. Ακολουθούν τα φαρμακευτικά είδη, με αύξηση 157,474 εκατ. ευρώ, ένδειξη ότι η δαπάνη για υγεία και παραφαρμακευτικά προϊόντα παραμένει δυναμική.
Στον αντίποδα, οι μεγαλύτερες μειώσεις σε απόλυτα μεγέθη σημειώνονται στο λιανικό εμπόριο καυσίμων κίνησης, με πτώση 365,914 εκατ. ευρώ, και στο «άλλο λιανικό εμπόριο σε μη ειδικευμένα καταστήματα», με μείωση 108,576 εκατ. ευρώ. Η εικόνα αυτή δείχνει ανακατανομή της κατανάλωσης προς βασικά αγαθά και υπηρεσίες με πιο σταθερή ζήτηση.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η Αττική καταγράφει την ισχυρότερη άνοδο κύκλου εργασιών (+3,4%), επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως κεντρικού εμπορικού κόμβου της χώρας. Ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με αύξηση 1,9%, ένδειξη ανθεκτικότητας της δεύτερης μεγαλύτερης μητροπολιτικής αγοράς.
Αντίθετα, η Δυτική Μακεδονία εμφανίζει μείωση 2,8% και το Νότιο Αιγαίο 2,4%, κάτι που μπορεί να αντανακλά τόσο διαρθρωτικές αδυναμίες όσο και διαφοροποιήσεις στη ζήτηση, ιδίως σε περιοχές με έντονη εποχικότητα.
Σχόλιο
: Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν μια αγορά λιανεμπορίου που δεν «τρέχει», αλλά προσαρμόζεται: τα βασικά αγαθά (τρόφιμα, φάρμακα) κερδίζουν έδαφος, ενώ καύσιμα και μη βασικές κατηγορίες πιέζονται. Η γεωγραφική απόκλιση Αττικής–περιφέρειας αναδεικνύει ξανά τον κίνδυνο διεύρυνσης των ανισορροπιών, με κρίσιμη την ανάγκη στοχευμένων πολιτικών για τις ασθενέστερες περιοχές.






