Σαφές μήνυμα στην Άγκυρα ότι η Αθήνα δεν αποδέχεται επιδιαιτησία στις θαλάσσιες διαφορές και ότι μοναδικό ανοιχτό ζήτημα είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Παράλληλα συνέδεσε ευθέως το τουρκικό casus belli με την πρόσβαση της Τουρκίας σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και ανέδειξε τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στην περιοχή.
Σε μια εφ’ όλης της ύλης τηλεοπτική συνέντευξη, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης χάραξε τα όρια και τις κόκκινες γραμμές της ελληνικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία, λίγες εβδομάδες πριν από τη νέα συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα. Κεντρικό μήνυμα: ο διάλογος είναι αναγκαίος, αλλά δεν νοείται υπό καθεστώς απειλής ή αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και χωρίς την ανάγκη τρίτων επιδιαιτητών.
«Όχι» σε επιδιαιτησία, «ναι» σε διάλογο με σαφή ατζέντα
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα και η Τουρκία μπορούν και πρέπει να συνομιλούν απευθείας: «Δεν θεωρώ ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες», τόνισε, προαναγγέλλοντας ότι η συνάντηση στην Άγκυρα θα πραγματοποιηθεί πριν από τις 15 Φεβρουαρίου.
Έθεσε εκ νέου το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών, επιμένοντας ότι «υπάρχει μόνο ένα ανοιχτό ζήτημα με την Τουρκία, η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας». Προειδοποίησε πως όσο η Άγκυρα διατηρεί στο τραπέζι τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», αμφισβητεί ελληνική κυριαρχία νησιών και διατηρεί το casus belli, «είναι πολύ δύσκολο» να οδηγηθούμε σε παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.
Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρισε θετική μεν την πρόσφατη δήλωση του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν περί «ιστορικής ευκαιρίας» για μόνιμη λύση, αλλά σημείωσε ότι η προσθήκη νέων θεμάτων από την τουρκική πλευρά δυσχεραίνει την πρόοδο. Παράλληλα, επανέλαβε ότι «όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση», υποστηρίζοντας πως η ελληνική στάση απέδωσε χειροπιαστά αποτελέσματα.
Κυριαρχικά δικαιώματα, NAVTEX και στρατηγικός ρόλος στην ενέργεια
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Ελλάδα διατηρεί αναφαίρετο και μονομερές δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων της, υπενθυμίζοντας ότι αυτό έχει ήδη ασκηθεί στο Ιόνιο: «Δεν χρειαζόμαστε την άδεια κανενός», είπε με νόημα.
Αναφερόμενος στην τουρκική NAVTEX επ’ αόριστον στο Αιγαίο, μίλησε για «παράνομο νομικό χαρακτήρα» και γραφειοκρατική επανάληψη πάγιων θέσεων από την τουρκική πλευρά. Τόνισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ζητήσει άδεια για έργα όπως ηλεκτρικές διασυνδέσεις μεταξύ ελληνικών νησιών, υπονοώντας πως η Αθήνα θα συνεχίσει να ασκεί εμπράκτως τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Σε ευρύτερο γεωστρατηγικό επίπεδο, ο πρωθυπουργός ανέδειξε τον αναβαθμισμένο ρόλο της χώρας στην ενεργειακή αρχιτεκτονική της περιοχής. Περιέγραψε τον λεγόμενο Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου –με «δύο παρακλάδια», Ρεβυθούσα και FSRU Αλεξανδρούπολης– ως μέρος μιας στρατηγικής που επιτρέπει στην Ελλάδα να λειτουργεί ως πάροχος ενεργειακής ασφάλειας για κράτη μέχρι και τη Ρουμανία. Σύνδεσε, μάλιστα, αυτή τη λειτουργία με τη γενικότερη προσπάθεια απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο, με τη μεσολάβηση και των ΗΠΑ.
Σχέσεις με ΗΠΑ και Ισραήλ, εσωτερικές μεταρρυθμίσεις
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε καθησυχαστικός ως προς τη σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ταγίπ Ερντογάν, σημειώνοντας ότι οι ελληνοαμερικανικές στρατηγικές σχέσεις βρίσκονται «στο καλύτερο σημείο» και ότι τα ελληνοτουρκικά είναι «αυτοτελές» πεδίο. Για το Ισραήλ, μίλησε για στρατηγική σχέση που αφορά τόσο την αεράμυνα όσο και τον τουρισμό και τις επιχειρήσεις, διευκρινίζοντας ότι δεν τη βλέπει ανταγωνιστικά προς τις σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ.
Στο εσωτερικό μέτωπο, ενέταξε τις κινήσεις σε θαλάσσια πάρκα, χωροταξικό σχεδιασμό και ενεργειακή πολιτική σε μια ευρύτερη στρατηγική ανάδειξης της Ελλάδας ως γεωστρατηγικού παίκτη. Παράλληλα, συνέδεσε τη μάχη με το «βαθύ κράτος» και τις μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο με τον στόχο του 2030, χρονιά-ορόσημο των 200 ετών από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, οπότε –όπως είπε– φιλοδοξεί να έχουν κλείσει οι «εκκρεμότητες» με το πελατειακό σύστημα.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Μητσοτάκη δεν είναι απλώς προετοιμασία για την επίσκεψη στην Άγκυρα, αλλά προσπάθεια να «κλειδώσει» το πλαίσιο του διαλόγου: μία διαφορά, χωρίς επιδιαιτησία, χωρίς αποδοχή γκρίζων ζωνών και με το casus belli ως μοχλό πίεσης στην ευρωπαϊκή σκακιέρα. Ταυτόχρονα, η ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο λειτουργεί ως στρατηγικό αντίβαρο στην τουρκική αναθεωρητική ρητορική, στέλνοντας μήνυμα ότι η Αθήνα δεν διαπραγματεύεται από θέση άμυνας, αλλά από θέση ενισχυμένης γεωπολιτικής αξίας.






