Εκατομμύρια έγγραφα του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης αποκαλύπτουν εκτεταμένη και πολιτικά ευαίσθητη επικοινωνία μεταξύ του Λόρδου Πίτερ Μάντελσον και του καταδικασμένου χρηματοδότη Τζέφρι Έπσταϊν. Τα email εγείρουν ερωτήματα για διαρροή κυβερνητικών πληροφοριών, άτυπη άσκηση επιρροής σε φορολογική πολιτική και διευκόλυνση επιχειρηματικών συμφωνιών.
Η δημοσιοποίηση νέου όγκου εγγράφων από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης επαναφέρει στο προσκήνιο τη σχέση του πρώην ισχυρού υπουργού των Εργατικών, Λόρδου Πίτερ Μάντελσον, με τον Τζέφρι Έπσταϊν. Τα email, που καλύπτουν την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, σκιαγραφούν ένα δίκτυο άτυπης επικοινωνίας, όπου κυβερνητικές πληροφορίες, φορολογικές ρυθμίσεις και τραπεζικές συμφωνίες συζητούνται με έναν ήδη καταδικασμένο για σεξουαλικά αδικήματα χρηματοδότη.
Διαρροή κυβερνητικών σημειωμάτων και προαναγγελία ευρωπαϊκής διάσωσης
Σε αλληλογραφία του Ιουνίου 2009, όταν ο Μάντελσον ήταν υπουργός Επιχειρήσεων και ντε φάκτο αναπληρωτής πρωθυπουργός στην κυβέρνηση Γκόρντον Μπράουν, φαίνεται να προωθεί στον Έπσταϊν εσωτερικό κυβερνητικό σημείωμα για την κατάσταση της βρετανικής οικονομίας. Το σημείωμα, συνταγμένο από σύμβουλο πολιτικής του πρωθυπουργού, εισηγείτο πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων για την ενίσχυση των δημοσίων οικονομικών. Ο Μάντελσον φέρεται να το διαβιβάζει στον Έπσταϊν με τη φράση: «Ενδιαφέρον σημείωμα που πήγε στον πρωθυπουργό», ανοίγοντας συζήτηση για το ποια κρατικά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να πωληθούν.
Ακόμη πιο ευαίσθητη είναι η ανταλλαγή email του Μαΐου 2010, παραμονές της συμφωνίας για πακέτο διάσωσης ύψους 500 δισ. ευρώ για τη στήριξη του ευρώ, με αφετηρία την ελληνική κρίση χρέους. Ο Έπσταϊν ενημερώνει τον Μάντελσον ότι «πηγές» του μιλούν για σχεδόν ολοκληρωμένο πακέτο 500 δισ. ευρώ και ο Μάντελσον φέρεται να απαντά: «Θα ανακοινωθεί απόψε». Την ίδια στιγμή δηλώνει ότι «μόλις φεύγει από το Νο 10», υποδηλώνοντας άμεση εμπλοκή στο κέντρο λήψης αποφάσεων, παρότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετείχε χρηματοδοτικά στο πακέτο.
Παρεμβάσεις για μπόνους τραπεζιτών και συμφωνία JP Morgan – RBS
Στα τέλη του 2009, η αλληλογραφία δείχνει τον Μάντελσον να συζητά με τον Έπσταϊν την ειδική φορολόγηση μπόνους τραπεζιτών άνω των 25.000 λιρών, με επιπλέον συντελεστή 50%. Ο Έπσταϊν ρωτά αν υπάρχει πιθανότητα ο φόρος να επιβληθεί μόνο στο μετρητό σκέλος των μπόνους, με τον Μάντελσον να απαντά ότι «προσπαθεί σκληρά να τροποποιήσει» το μέτρο, αλλά το Υπουργείο Οικονομικών «κρατά σκληρή στάση» και ότι «είναι πάνω στο θέμα». Ο ίδιος δηλώνει σήμερα ότι μετέφερε στο εσωτερικό της κυβέρνησης τις θέσεις «ολόκληρου του τραπεζικού κλάδου» και όχι ενός προσώπου.
Άλλη αλληλογραφία αφορά την πώληση της κερδοφόρας ενεργειακής εμπορικής δραστηριότητας RBS Sempra, την οποία η RBS αναγκάστηκε να αποεπενδύσει μετά την κρίση του 2008. Ο Έπσταϊν εμφανίζεται να έχει διαμεσολαβήσει για συνάντηση του τότε υπουργού Οικονομικών Αλιστερ Ντάρλινγκ, του Μάντελσον και του τραπεζίτη Τζες Στέιλι (JP Morgan). Η κυβέρνηση ανακοίνωσε τον Φεβρουάριο του 2010 συμφωνία πώλησης στη JP Morgan έναντι 1,7 δισ. δολαρίων. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά, και αφού έχει αποχωρήσει από την κυβέρνηση, ο Μάντελσον γράφει στον Έπσταϊν ότι «δεν θέλει να ζει μόνο από μισθό» και ότι πρέπει «να χτίσει όσο το δυνατόν περισσότερα με την JP Morgan», αναφερόμενος στην εταιρεία συμβούλων του, Global Counsel.
Χρηματικές ροές, προσωπικές εικόνες και πολιτικός αντίκτυπος
Τραπεζικά έγγραφα δείχνουν τρεις πληρωμές των 25.000 δολαρίων το 2003–2004 από λογαριασμούς του Έπσταϊν, όπου ο Μάντελσον εμφανίζεται ως δικαιούχος, καθώς και μεταφορά 10.000 λιρών το 2009 προς τον σύντροφό του, Ρεϊνάλντο Άβιλα ντα Σίλβα, για σπουδές οστεοπαθητικής. Ο Μάντελσον δηλώνει ότι δεν έχει «καμία ανάμνηση ή καταγραφή» των ποσών και ότι η γνησιότητα των εγγράφων χρειάζεται διερεύνηση. Δεν υπάρχει υπόνοια παρανομίας για τον Σίλβα.
Στο πακέτο των εγγράφων περιλαμβάνονται επίσης φωτογραφίες του Μάντελσον, μεταξύ των οποίων μία όπου εικονίζεται με εσώρουχα δίπλα σε γυναίκα της οποίας το πρόσωπο έχει σβηστεί. Ο ίδιος αναφέρει ότι «δεν μπορεί να τοποθετήσει» τον τόπο, τον χρόνο ή το πρόσωπο και «δεν μπορεί να σκεφτεί τις συνθήκες» της λήψης.
Οι αποκαλύψεις τροφοδοτούν ήδη πολιτική θύελλα στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αιτήματα για περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανή κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών, σύγκρουση συμφερόντων και τον ρόλο ανεπίσημων διαύλων επιρροής ανάμεσα σε κυβερνητικούς αξιωματούχους και ισχυρούς χρηματοδότες.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Μάντελσον – Έπσταϊν αναδεικνύει με ωμό τρόπο πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στη θεσμική άσκηση πολιτικής και στην ιδιωτική διαμεσολάβηση υπέρ τραπεζικών και επιχειρηματικών συμφερόντων. Για την Ευρώπη –και χώρες όπως η Ελλάδα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης– τα email δείχνουν πώς πληροφορίες για κρίσιμες αποφάσεις (όπως οι διασώσεις) κυκλοφορούσαν σε κλειστά δίκτυα ισχύος, πολύ πριν ενημερωθούν οι αγορές ή οι πολίτες. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η ηθική λογοδοσία, αλλά η θωράκιση θεσμών και διαδικασιών απέναντι σε άτυπες, αδιαφανείς σχέσεις πολιτικής και χρήματος.






