Νέο κύμα ρωσικών πλήγματων σε Οδησσό, Ζαπορίζια και Χάρκοβο σηματοδοτεί κλιμάκωση λίγο πριν τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών πολέμου. Οι απώλειες αμάχων αυξάνονται, ενώ η Μόσχα εντείνει την πίεση σε υποδομές και οικονομία.
Η Ουκρανία βίωσε ένα ακόμη βαρύ 24ωρο, καθώς οι ρωσικές δυνάμεις εξαπέλυσαν συντονισμένες νυχτερινές επιθέσεις με drones και πυραύλους σε πολλαπλούς στόχους, από τη νότια Οδησσό έως τη βιομηχανική πόλη Ζαπορίζια και το Χάρκοβο. Οι τοπικές αρχές κάνουν λόγο για τουλάχιστον τρεις νεκρούς και αρκετούς τραυματίες, σε ένα νέο κύμα πλήγματων που έρχεται παραμονές της συμπλήρωσης τεσσάρων ετών από την έναρξη της ευρείας ρωσικής εισβολής.
Στο στόχαστρο κρίσιμες υποδομές σε Οδησσό και Ζαπορίζια
Στην περιφέρεια της Οδησσού, δύο άνθρωποι σκοτώθηκαν όταν ρωσικά drones έπληξαν βιομηχανικές, ενεργειακές και αστικές υποδομές, σύμφωνα με τον περιφερειάρχη Όλεγκ Κίπερ. Τουλάχιστον τρεις ακόμη τραυματίστηκαν, ενώ οι ουκρανικές αρχές μιλούν για εκτεταμένες ζημιές σε κτήρια και δίκτυα ενέργειας, γεγονός που υπογραμμίζει τη συνεχιζόμενη ρωσική στρατηγική να στοχοποιεί τις ενεργειακές υποδομές της χώρας.
Παράλληλα, στο Ζαπορίζια, ρωσικό πλήγμα με drone σε βιομηχανική ζώνη στοίχισε τη ζωή σε έναν 33χρονο άνδρα και τραυμάτισε σοβαρά έναν ακόμη 45 ετών, όπως ανακοίνωσε ο επικεφαλής της περιφερειακής στρατιωτικής διοίκησης Ιβάν Φεντόροφ. Οι επιθέσεις σε βιομηχανικούς στόχους επιδιώκουν να διαβρώσουν την παραγωγική ικανότητα της Ουκρανίας, να αποδυναμώσουν την πολεμική της προσπάθεια και να προκαλέσουν περαιτέρω κοινωνικοοικονομική αστάθεια.
Πιο βόρεια, στο Χάρκοβο, η συνοικία Χολοντνοχίρσκι δέχθηκε πυραυλικά πλήγματα. Ο δήμαρχος Ίγκορ Τερέχοφ ανέφερε ότι δεν υπάρχουν άμεσες αναφορές για θύματα, ωστόσο οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης συνεχίζουν την καταγραφή των ζημιών. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στο Χάρκοβο, δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ουκρανίας, έχουν πλέον καταστεί σχεδόν καθημερινότητα, συντηρώντας ένα κλίμα διαρκούς ανασφάλειας.
Τέσσερα χρόνια πολέμου, κλιμάκωση στο μέτωπο και στις κοινωνίες
Το νέο αυτό κύμα επιθέσεων πραγματοποιείται ενώ πλησιάζει η τέταρτη επέτειος της ρωσικής εισβολής, με τη Μόσχα να επιδιώκει εμφανώς να διατηρήσει την πρωτοβουλία στο πεδίο και να ενισχύσει την ψυχολογική πίεση στην ουκρανική κοινωνία. Η στοχοποίηση ενεργειακών και βιομηχανικών υποδομών παραμένει βασικό εργαλείο του Κρεμλίνου, τόσο για να περιορίσει τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Κιέβου όσο και για να αυξήσει το κόστος ανοικοδόμησης και ανθρωπιστικής στήριξης για τους δυτικούς συμμάχους.
Την ίδια στιγμή, και στο εσωτερικό της Ρωσίας, η πολεμική οικονομία δείχνει τα πρώτα σημάδια κόπωσης. Σύμφωνα με μαρτυρίες μικρομεσαίων επιχειρηματιών, η πρόσφατη αύξηση του ΦΠΑ κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες και η μείωση των ορίων τζίρου για την υπαγωγή στον φόρο έχουν εκτοξεύσει το φορολογικό βάρος, οδηγώντας σε λουκέτα εμπορικών καταστημάτων ακόμη και σε κεντρικούς δρόμους, όπως η Νέφσκι Προσπέκτ στην Αγία Πετρούπολη. Η προσπάθεια του Κρεμλίνου να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο μεταφέροντας το βάρος σε καταναλωτές και μικρές επιχειρήσεις ενδέχεται να έχει πολιτικό και κοινωνικό κόστος μεσοπρόθεσμα.
Σε διεθνές επίπεδο, η ένταση γύρω από τον πόλεμο αποτυπώνεται ακόμη και σε διπλωματικά επεισόδια, όπως η κίνηση της Νότιας Κορέας να ζητήσει από τη ρωσική πρεσβεία στη Σεούλ την απομάκρυνση γιγαντοπανό με το σύνθημα «Η νίκη θα είναι δική μας». Η Μόσχα επιχειρεί να παρουσιάσει εσωτερικά και εξωτερικά μια εικόνα αντοχής και αποφασιστικότητας, την ώρα που στο ουκρανικό έδαφος οι επιθέσεις σε πόλεις όπως η Οδησσός και το Ζαπορίζια δείχνουν ότι η σύγκρουση παραμένει μακριά από οποιαδήποτε αποκλιμάκωση.
Σχόλιο
: Η συγκυρία των εντατικών πλήγματων λίγο πριν την επέτειο του πολέμου υποδηλώνει ότι η Μόσχα επιδιώκει συμβολικές αλλά και ουσιαστικές νίκες, πλήττοντας την ανθεκτικότητα της ουκρανικής οικονομίας και της κοινωνίας. Ωστόσο, η παράλληλη πίεση που δέχεται η ρωσική εσωτερική οικονομία, με αυξημένους φόρους και φθορά της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, δείχνει ότι ο πόλεμος μετατρέπεται σε μακροχρόνια δοκιμασία και για τις δύο πλευρές, με αβέβαιες γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις για την Ευρώπη και την παγκόσμια αγορά ενέργειας.





