Σε μια μικρή ιστοσελίδα με έδρα την Ολλανδία, το ICE List, έχει μετατραπεί σε επίκεντρο της αντιπαράθεσης γύρω από την ανωνυμία των ομοσπονδιακών πρακτόρων μετανάστευσης στις ΗΠΑ. Χρησιμοποιώντας δημόσια διαθέσιμα στοιχεία και ανώνυμες καταγγελίες, το εγχείρημα αποκαλύπτει ονόματα και θέσεις στελεχών της ICE που συμμετέχουν στην σκληρή μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.
Αυτό που ξεκίνησε ως μια σαρκαστική ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα απέναντι στην προειδοποίηση της Αμερικανίδας υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας, εξελίχθηκε σε μια οργανωμένη, διασυνοριακή προσπάθεια αποδόμησης της ανωνυμίας των πρακτόρων της US Immigration and Customs Enforcement (ICE). Η ιστοσελίδα ICE List, που διαχειρίζεται ο Ιρλανδός Ντόμινικ Σκίνερ από την Ολλανδία, έχει συγκεντρώσει εκατομμύρια προβολές και εκατοντάδες εθελοντές.
Πώς λειτουργεί το ICE List και τι δημοσιοποιεί
Το ICE List λειτουργεί ως ένα crowdsourced «wiki»: περίπου 500 ενεργοί εθελοντές και ακόμη 300 ενδιαφερόμενοι εξετάζουν καταγγελίες και πληροφορίες από πολίτες, διαρροές εγγράφων, αλλά και προσωπικά δεδομένα που οι ίδιοι οι πράκτορες έχουν αναρτήσει στο διαδίκτυο. Η ιστοσελίδα δημοσιεύει ονόματα, θέσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις φωτογραφίες πρακτόρων της ICE και άλλων στελεχών που εμπλέκονται στη σκληρή μεταναστευτική γραμμή της κυβέρνησης Τραμπ, αποφεύγοντας ωστόσο να αναρτά διευθύνσεις κατοικίας ή τηλέφωνα.
Σύμφωνα με τον Σκίνερ, πάνω από το 90% των ταυτοποιήσεων βασίζεται σε πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιήσει οι ίδιοι οι πράκτορες σε πλατφόρμες όπως το LinkedIn. «Το μόνο που κάνουμε είναι να ενισχύουμε ήδη δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες», σημειώνει. Από τους περισσότερους από 1.500 ανθρώπους που έχουν καταγραφεί, μόλις πέντε καταχωρίσεις αφαιρέθηκαν – είτε λόγω λαθών, είτε επειδή τα συγκεκριμένα άτομα είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία.
Η μάχη για την ανωνυμία των ομοσπονδιακών πρακτόρων
Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ομοσπονδιακοί πράκτορες στις ΗΠΑ επιχειρούν ολοένα και περισσότερο με καλυμμένα πρόσωπα, φορώντας κουκούλες, μάσκες και γυαλιά, χωρίς εμφανή διακριτικά ή καρτελάκια ονόματος. Αυτό έχει προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση στο Κογκρέσο. Ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, έχει απειλήσει να μπλοκάρει τη χρηματοδότηση του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, αν δεν ικανοποιηθούν αιτήματα όπως «μάσκες κάτω, κάμερες σώματος ανοιχτές» και σαφή ταυτοποίηση των πρακτόρων.
Το αμερικανικό Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας υποστηρίζει ότι οι μάσκες είναι αναγκαίες για την προστασία των πρακτόρων, επικαλούμενο –χωρίς να παρουσιάζει πειστικά στοιχεία– μια υποτιθέμενη εκτόξευση περιστατικών βίας εναντίον τους. Ο Σκίνερ αμφισβητεί ευθέως αυτό το αφήγημα, υποστηρίζοντας ότι ο πραγματικός φόβος των πρακτόρων δεν είναι η σωματική βλάβη, αλλά ο κοινωνικός αποκλεισμός: «Αυτό που φοβούνται είναι να μη τους καλούν σε αγώνες μπέιζμπολ ή στην παμπ με τους φίλους τους».
Στόχος: κοινωνική λογοδοσία, όχι φυσική βία
Ο εμπνευστής του ICE List παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως εργαλείο κοινωνικής λογοδοσίας. Επικαλείται ως ιστορικό παράδειγμα το Σικάγο της δεκαετίας του 1920, όταν η δημόσια ονομαστική έκθεση μελών της Κου Κλουξ Κλαν οδήγησε σε ευρεία κοινωνική αποδοκιμασία και σταδιακή περιθωριοποίηση της οργάνωσης χωρίς βίαιες επιθέσεις. Αντίστοιχα, ο Σκίνερ δηλώνει ότι επιδιώκει οι Αμερικανοί πολίτες να γνωρίζουν ποιοι γείτονές τους συμμετέχουν ενεργά στην εφαρμογή αμφιλεγόμενων πολιτικών μετανάστευσης.
Παρά τις απειλές της υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νοεμ ότι η ταυτοποίηση πρακτόρων της ICE συνιστά έγκλημα και θα διωχθεί ποινικά, ο Σκίνερ επιμένει ότι η ιστοσελίδα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο η ICE επιτελεί το έργο της, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για πρωτοβουλίες διαφάνειας, ακόμη κι όταν αυτές εκκινούν από μια μικρή ευρωπαϊκή πλατφόρμα.
Σχόλιο
: Η περίπτωση του ICE List αναδεικνύει τη δύναμη της διασυνοριακής ψηφιακής ακτιβιστικής δράσης απέναντι σε κρατικούς μηχανισμούς που επιδιώκουν επιχειρησιακή ανωνυμία. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα– ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για τα όρια μεταξύ προστασίας προσωπικών δεδομένων δημοσίων λειτουργών και δικαιώματος της κοινωνίας να γνωρίζει ποιοι υλοποιούν πολιτικές που αμφισβητούνται ευρέως.





