Οι νέες αποκαλύψεις για τα αρχεία Έπσταϊν φωτίζουν όχι μόνο τα εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων, αλλά και το πώς μια ομάδα ισχυρών ανδρών επιχείρησε να τα υποβαθμίσει ή να τα εξωραΐσει. Η δημόσια συζήτηση, ωστόσο, εξακολουθεί να εστιάζει περισσότερο στο πολιτικό κουτσομπολιό παρά στη συστημική κακοποίηση γυναικών και κοριτσιών.
Η υπόθεση Τζέφρι Έπσταϊν επιστρέφει με ορμή στο προσκήνιο, όχι μόνο λόγω των νέων εγγράφων που δημοσιοποιούνται, αλλά κυρίως επειδή αποκαλύπτουν ένα σταθερό μοτίβο: ισχυροί, διάσημοι άνδρες, με τεράστια επιρροή στην πολιτική, την επιχειρηματικότητα και την διανόηση, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν για τα εγκλήματα του καταδικασμένου για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων και παρ’ όλα αυτά τον στήριζαν, τον συμβούλευαν και τον νομιμοποιούσαν κοινωνικά.
Αλληλογραφία που εκθέτει ένα ολόκληρο σύστημα
Τα τελευταία «Epstein files» φέρνουν στο φως emails και επαφές με ονόματα όπως ο Ρίτσαρντ Μπράνσον, ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Στιβ Μπάνον, ο Πίτερ Μάντελσον και ο πρίγκιπας Άντριου. Στα μηνύματα αυτά, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, δεν βλέπουμε απλώς μια κοινωνική συναναστροφή με έναν αμφιλεγόμενο δισεκατομμυριούχο, αλλά ενεργή προσπάθεια να υποβαθμιστούν τα εγκλήματά του και να διαμορφωθεί μια «γραμμή άμυνας» για τη δημόσια εικόνα του μετά την καταδίκη του το 2008.
Ενδεικτικά, ο Μπράνσον εμφανίζεται το 2013 να απευθύνεται στον Έπσταϊν με ελαφρότητα, κάνοντας λόγο για «χαρέμι» και προτείνοντας σενάρια επικοινωνιακής διαχείρισης, τρία χρόνια μετά την έκτιση ποινής φυλάκισης του τελευταίου για υπόθεση που αφορούσε κορίτσια ακόμη και 14 ετών. Ο Τσόμσκι, από την πλευρά του, φέρεται να ειρωνεύεται «την υστερία για την κακοποίηση γυναικών», κόντρα στην εικόνα του διανοουμένου που καταγγέλλει τις ελίτ και τις σχέσεις εξουσίας.
Το μοτίβο επαναλαμβάνεται: πολιτικοί, επιχειρηματίες, διανοούμενοι και μέλη της αριστοκρατίας δείχνουν να αποδέχονται ως «παρέκκλιση» αυτό που ήταν στην πραγματικότητα οργανωμένο δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων, καλυμμένο από μια εξαιρετικά ευνοϊκή και αμφιλεγόμενη συμφωνία με τη δικαιοσύνη.
Όταν η δημόσια συζήτηση κοιτάζει επίμονα αλλού
Παρά τη βαρύτητα των αποκαλύψεων, μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει εστιασμένο στο πολιτικό κόστος για συγκεκριμένα πρόσωπα – αν θα πληγεί η καριέρα ενός λόρδου, αν θα κλονιστεί ένα κόμμα, αν θα υπάρξουν επιπτώσεις για κάποιον πρώην ή νυν αξιωματούχο. Έτσι, η ουσία χάνεται: η υπόθεση Έπσταϊν είναι πρωτίστως μια ιστορία συστημικής βίας κατά γυναικών και κοριτσιών, που καλύφθηκε με τη συνενοχή μέρους της οικονομικής και πολιτικής ελίτ.
Χαρακτηριστική είναι η δήλωση 20 επιζωσών, οι οποίες καταγγέλλουν ότι στα τελευταία έγγραφα περιλαμβάνονται λεπτομέρειες για τις ίδιες, ενώ «οι άνδρες που μας κακοποίησαν παραμένουν κρυμμένοι και προστατευμένοι». Την ίδια στιγμή, η Γκισλέιν Μάξγουελ ετοιμάζεται να καταθέσει στο Κογκρέσο, έχοντας ήδη ισχυριστεί ότι δεκάδες άνδρες και συνεργοί έκλεισαν «μυστικούς διακανονισμούς» χωρίς ποτέ να κατηγορηθούν.
Η σιωπή πολλών εμπλεκομένων είναι εκκωφαντική. Πολιτικοί που στο παρελθόν απαιτούσαν διαφάνεια για την υπόθεση, σήμερα αποφεύγουν τις ερωτήσεις. Η υπόθεση δείχνει πώς λειτουργεί στην πράξη η ατιμωρησία όταν συγκρούονται η δικαιοσύνη και τα συμφέροντα των πλουσιότερων και ισχυρότερων.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Έπσταϊν δεν είναι απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο «σελέμπριτι» αλλά μια ωμή απεικόνιση του πώς η παγκόσμια ελίτ προστατεύει τα μέλη της ακόμη και όταν εμπλέκονται σε εγκλήματα κατά ανηλίκων. Για τις κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, το πραγματικό διακύβευμα είναι αν θα απαιτήσουν θεσμούς που δεν θα λυγίζουν μπροστά στον πλούτο και το κύρος, και αν θα τοποθετήσουν επιτέλους τα δικαιώματα και την ασφάλεια των γυναικών και των παιδιών πάνω από την «άνεση» των ισχυρών.






