Η Glencore ανακοινώνει επιστροφή 2 δισ. δολαρίων στους μετόχους, παρότι τα ετήσια κέρδη της μειώθηκαν κατά 6% στα 13,5 δισ. δολάρια και κατέρρευσε η συζητούμενη mega‑συγχώνευση 260 δισ. με τη Rio Tinto. Η ελβεδική πολυεθνική στρέφεται πλέον επιθετικά στον χαλκό, επενδύοντας σε ένα μέταλλο‑κλειδί για την πράσινη μετάβαση, ενώ διατηρεί την άκρως κερδοφόρα αλλά ρυπογόνα δραστηριότητα στον άνθρακα.
Η Glencore, ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους πρώτων υλών παγκοσμίως και μέλος του FTSE 100, ανακοίνωσε ότι θα επιστρέψει 2 δισ. δολάρια (περίπου 1,85 δισ. ευρώ) στους μετόχους της, παρά την πτώση των ετήσιων κερδών της και την αποτυχία ενός ιστορικών διαστάσεων σχεδίου συγχώνευσης με τη Rio Tinto αξίας 260 δισ. δολαρίων.
Η εταιρεία κατέγραψε μείωση 6% στα ετήσια κέρδη, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 13,5 δισ. δολάρια. Η απόφαση για γενναία διανομή κεφαλαίου δείχνει την προσπάθεια της διοίκησης να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών σε μια περίοδο έντονης μετασχηματισμού για τον κλάδο της μεταλλευτικής βιομηχανίας.
Αποτυχημένη mega‑συγχώνευση και στροφή στον χαλκό
Η είδηση έρχεται λίγες εβδομάδες μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για συγχώνευση με τη Rio Tinto, που θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη συμφωνία στην ιστορία της μεταλλευτικής βιομηχανίας. Η ιδέα συνένωσης των δύο ομίλων επανέρχεται εδώ και δύο δεκαετίες, με προηγούμενες προσπάθειες το 2008 και το 2014, καθώς και έναν ακόμη γύρο συνομιλιών το 2024, να έχουν επίσης αποτύχει.
Μετά την τελευταία αποτυχία, η Glencore επιλέγει να κινηθεί αυτόνομα, εστιάζοντας σε μια στρατηγική «ανάπτυξης με επίκεντρο τον χαλκό». Ο διευθύνων σύμβουλος Gary Nagle έκανε λόγο για «σημαντική πρόοδο» και «ξεκάθαρη δυναμική» προς αυτή την κατεύθυνση, υπογραμμίζοντας ότι ο χαλκός είναι κρίσιμος για ηλεκτρικά οχήματα, δίκτυα μεταφοράς και υποδομές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ο όμιλος στοχεύει παραγωγή άνω του 1 εκατ. τόνων χαλκού ετησίως έως το τέλος του 2028 και 1,6 εκατ. τόνων έως το 2035, φιλοδοξώντας να βρεθεί στην κορυφή των παγκόσμιων παραγωγών. Σήμερα είναι ο έκτος μεγαλύτερος παραγωγός χαλκού διεθνώς, ενώ παραμένει και ο μεγαλύτερος εισηγμένος παραγωγός άνθρακα.
Διανομή κεφαλαίου, Bunge και πίεση για άνθρακα
Ο Nagle αιτιολόγησε την επιστροφή 2 δισ. δολαρίων στους μετόχους επικαλούμενος τη συμμετοχή 4 δισ. δολαρίων της Glencore στη Bunge, αμερικανική εταιρεία αγροτικών εμπορευμάτων. Η συμμετοχή αυτή προέκυψε από τη συγχώνευση της Bunge με τη Viterra, τη μονάδα σιτηρών της Glencore, και η διοίκηση τη θεωρεί «πλεονάζον κεφάλαιο» που μπορεί να κατευθυνθεί στους μετόχους.
Η στρατηγική αυτή αναδεικνύει το πώς μεγάλοι πόροι που απελευθερώνονται από αναδιαρθρώσεις στον αγροδιατροφικό τομέα χρησιμοποιούνται για να στηριχθεί η μερισματική πολιτική και οι επαναγορές μετοχών, σε μια περίοδο που τα λειτουργικά κέρδη πιέζονται από την πτώση των τιμών άνθρακα και ενεργειακών εμπορευμάτων.
Παράλληλα, η Glencore παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους traders άνθρακα, δραστηριότητα που βρίσκεται στο στόχαστρο περιβαλλοντικών οργανώσεων. Το 2024 η εταιρεία ακύρωσε σχέδια απόσχισης της μονάδας άνθρακα, ύστερα από παρότρυνση μετόχων που προτίμησαν τη διατήρηση της άκρως κερδοφόρας – αλλά βαριά ρυπογόνου – δραστηριότητας, επικαλούμενοι την ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας σε αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Με παρουσία σε πάνω από 30 χώρες και περίπου 140.000 εργαζόμενους, η Glencore βρίσκεται στο επίκεντρο της μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα στα «πράσινα» μέταλλα. Η απόφασή της να επιβραβεύσει γενναία τους μετόχους, παρά την πτώση κερδών και τις ακυρωμένες συμφωνίες, δείχνει μια επιθετική προσέγγιση στη διαχείριση κεφαλαίου, αλλά και τα όρια που θέτει η ίδια η αγορά στην ταχύτητα της ενεργειακής μετάβασης.
Σχόλιο
: Η Glencore επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πίεση για «πράσινη» στροφή μέσω του χαλκού και στην πραγματιστική επιλογή διατήρησης του άνθρακα ως ταμειακής μηχανής, ανταμείβοντας ταυτόχρονα τους μετόχους. Το μήνυμα προς την αγορά είναι σαφές: προτεραιότητα παραμένει η απόδοση κεφαλαίου, ακόμη κι αν αυτό επιβραδύνει την απεξάρτηση από τα ρυπογόνα καύσιμα.






