Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, από το βήμα της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, έθεσε ως επείγουσα προτεραιότητα την εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας Ηνωμένου Βασιλείου–Ευρώπης. Στόχος του Λονδίνου είναι να βρεθεί στον πυρήνα μιας πιο ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής, χωρίς να αμφισβητηθεί ο ρόλος του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.
Με σαφές μήνυμα ότι «δεν είμαστε πια η Βρετανία των χρόνων του Brexit», ο Κιρ Στάρμερ αξιοποίησε την παρουσία του στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου για να χαράξει μια νέα γραμμή στην ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική του Λονδίνου. Τόνισε την «επείγουσα ανάγκη» στενότερης συνεργασίας με τους Ευρωπαίους εταίρους σε επίπεδο προμηθειών, βιομηχανικής παραγωγής και κοινών επενδύσεων στην άμυνα, ώστε η Ευρώπη να πάψει να είναι «κοιμώμενος γίγαντας» απέναντι στη ρωσική απειλή.
Επανεκκίνηση σχέσεων με την ΕΕ στην άμυνα
Κεντρικό στοιχείο της παρέμβασης Στάρμερ ήταν η πρόθεση του Ηνωμένου Βασιλείου να επανεξετάσει τη συμμετοχή του σε ευρωπαϊκά σχήματα αμυντικής ενίσχυσης. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο πρόγραμμα Security Action for Europe, το ευρωπαϊκό σχέδιο επανεξοπλισμού, οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη του Λονδίνου στο οποίο είχαν παγώσει πέρυσι λόγω κόστους.
Ο Στάρμερ υπογράμμισε ότι η κατακερματισμένη βιομηχανική πολιτική και οι ασυντόνιστες προμήθειες οπλικών συστημάτων οδηγούν σε κενά ικανοτήτων αφενός και σε ακριβή, διπλή ή τριπλή δουλειά αφετέρου. Αυτό, όπως είπε, είναι «άγρια αναποτελεσματικό» και πλήττει τη συλλογική ασφάλεια της Ευρώπης, η οποία, παρά το γεγονός ότι οι οικονομίες της υπερβαίνουν κατά περισσότερο από δέκα φορές τη ρωσική, δεν μετατρέπει αυτή τη δύναμη σε αντίστοιχη αμυντική ισχύ.
Παράλληλα, ο Βρετανός πρωθυπουργός εξετάζει, όπως ανέφερε, την ιδέα ενός European Defence Mechanism, μιας διακυβερνητικής δομής ανοιχτής σε όλες τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, εντός και εκτός ΕΕ. Μέσω αυτού θα μπορούσαν να χρηματοδοτούνται κοινές προμήθειες και κοινά μέσα άμυνας, ενισχύοντας την κλίμακα και τη διαλειτουργικότητα των ευρωπαϊκών οπλοστασίων.
Αυτονομία μεν, όχι ρήξη με ΗΠΑ και ΝΑΤΟ
Ο Στάρμερ επέμεινε ότι η επιδίωξη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής ευθύνης στην άμυνα δεν συνιστά αποστασιοποίηση από τις ΗΠΑ ούτε υπονόμευση του ΝΑΤΟ. Χαρακτήρισε τη Συμμαχία «την πιο αποτελεσματική αμυντική συμμαχία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος» και ξεκαθάρισε ότι η σχέση ασφαλείας και πληροφοριών με την Ουάσιγκτον παραμένει «όσο στενή ήταν ποτέ».
Το διακύβευμα, κατά τον ίδιο, είναι η μετάβαση από την «υπερεξάρτηση» στην «αλληλεξάρτηση»: η Ευρώπη να αναλάβει πρωτογενή ρόλο στη συμβατική αποτροπή και διπλωματία, χωρίς την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως τις αμερικανικές δυνατότητες. Αυτό προϋποθέτει, όπως προειδοποίησε, υψηλότερες αμυντικές δαπάνες και μεγαλύτερη ειλικρίνεια των ευρωπαϊκών ηγεσιών απέναντι στους πολίτες τους για το κόστος της ασφάλειας.
Τέλος, ο Στάρμερ επιτέθηκε στις «εύκολες απαντήσεις» των άκρων, κατηγορώντας δυνάμεις της άκρας δεξιάς και της άκρας αριστεράς ότι είναι «επιεικείς προς τη Ρωσία, αδύναμες ή εχθρικές προς το ΝΑΤΟ» και διατεθειμένες να θυσιάσουν κρίσιμες συμμαχίες στον βωμό της ιδεολογίας τους. Προειδοποίησε ότι μια Ευρώπη διχασμένη και αδύναμη κινδυνεύει να ξαναδεί «τα φώτα να σβήνουν» στην ήπειρο.
Σχόλιο
: Η ομιλία Στάρμερ στο Μόναχο σηματοδοτεί μια στρατηγική στροφή: το Λονδίνο επιχειρεί να ανακτήσει ρόλο «συνεταίρου-κλειδί» στην ευρωπαϊκή άμυνα, χωρίς να αγγίξει το ατλαντικό δόγμα. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Αθήνας, το μήνυμα είναι σαφές: η εποχή της φθηνής ασφάλειας υπό αμερικανική ομπρέλα τελειώνει και οι αποφάσεις για κοινές επενδύσεις και βιομηχανική σύγκλιση δεν μπορούν πλέον να αναβάλλονται.






