Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης: Τεράστιοι πόροι, αργή απορρόφηση και κίνδυνος χαμένης ευκαιρίας

Το Ταμείο Ανάκαμψης «Next Generation EU» ύψους περίπου 955 δισ. δολαρίων αποτέλεσε τη μεγαλύτερη κοινή δημοσιονομική παρέμβαση στην ιστορία της ΕΕ, όμως η υλοποίηση σκοντάφτει σε γραφειοκρατία, ελλείψεις δεξιοτήτων και πολιτικές επιλογές. Με τις προθεσμίες πληρωμών να πλησιάζουν, η Ευρώπη δοκιμάζεται αν μπορεί να μετατρέψει την έκτακτη βοήθεια σε μόνιμο αναπτυξιακό μοχλό.

Από τους ισπανικούς ελαιώνες όπου αισθητήρες και drones τροφοδοτούν με δεδομένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, μέχρι ιταλικές πόλεις με ανακαινισμένες πλατείες και σταθμούς, το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ αφήνει ήδη ορατό αποτύπωμα. Ωστόσο, πέντε χρόνια μετά την εκκίνηση του προγράμματος, η εικόνα είναι αντιφατική: σημαντικές επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις, αλλά και καθυστερήσεις, υποαπορρόφηση και αμφισβήτηση της πραγματικής μετασχηματιστικής ισχύος του εργαλείου.

Από την πανδημική ασπίδα στον δομικό μετασχηματισμό

Το «Next Generation EU», που συμφωνήθηκε το 2020 ως απάντηση στη βαθιά ύφεση λόγω πανδημίας, σχεδιάστηκε για να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως αντικυκλικό πακέτο στήριξης και ως καταλύτης για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Αρχικά εγκρίθηκαν πάνω από 700 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, τα οποία στη συνέχεια περιορίστηκαν σε περίπου 577 δισ. ευρώ, καθώς ορισμένα κράτη-μέλη απέρριψαν μέρος ή το σύνολο των δανείων.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ που επεξεργάστηκε το Reuters, περίπου 182 δισ. ευρώ παραμένουν ακόμη μη εκταμιευθέντα. Παρά ταύτα, υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι το Ταμείο «μαλάκωσε» το πλήγμα της πανδημίας και έσπασε ένα ιστορικό ταμπού: την κοινή δανειοληψία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία πλέον έχει ενσωματωθεί στο οπλοστάσιο πολιτικής των Βρυξελλών.

Οι αυστηρές προϋποθέσεις για την πρόσβαση στους πόρους –από μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας σε Γαλλία και Ισπανία, έως απλοποίηση αδειοδοτήσεων ΑΠΕ σε Ιταλία, Ελλάδα και Πορτογαλία και ενίσχυση κυβερνοασφάλειας σε Σλοβακία και Ρουμανία– θεωρείται ότι μπορούν να προσθέσουν δυνητικά πόντους στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη σε βάθος χρόνου.

Γραφειοκρατία, πολιτικές επιλογές και ανισομερής αποτελεσματικότητα

Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στην ταχύτητα και ποιότητα υλοποίησης. Η ανάπτυξη στην ΕΕ παραμένει υποτονική σε σύγκριση με ΗΠΑ και Κίνα, καθώς οι διαδικασίες έγκρισης σχεδίων, αναθεωρήσεων και εκταμιεύσεων αποδείχθηκαν βραδυκίνητες. Στην Ιταλία, το εθνικό σχέδιο ύψους 194 δισ. ευρώ έχει αναθεωρηθεί έξι φορές· μία από τις αναθεωρήσεις χρειάστηκε σχεδόν έναν χρόνο διαπραγμάτευσης, επιβραδύνοντας τις δαπάνες.

Οικονομολόγοι και πρώην αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι οι πολιτικές παρεμβάσεις αλλοίωσαν ορισμένα αρχικά αναπτυξιακά κριτήρια. Η κυβέρνηση Μελόνι, για παράδειγμα, μετέφερε πόρους από έργα τοπικής αυτοδιοίκησης σε φορολογικές πιστώσεις για επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας, οι οποίες όμως αποδείχθηκαν δύσχρηστες λόγω γραφειοκρατίας. Παράλληλα, στόχοι με υψηλή κοινωνική απόδοση, όπως η δημιουργία νέων παιδικών σταθμών, περιορίστηκαν σημαντικά λόγω πίεσης χρόνου.

Στην Ισπανία, think-tanks και επαγγελματικοί φορείς καταγγέλλουν ότι η επιδίωξη «δίκαιης» γεωγραφικής κατανομής οδήγησε σε διάχυση πόρων σε μικρά, συχνά διακοσμητικά έργα, ενώ οι πολύπλοκες διαδικασίες αιτήσεων απέτρεψαν πολλές μικρές επιχειρήσεις από το να διεκδικήσουν χρηματοδότηση, παρότι πάνω από το 40% της ισπανικής κατανομής είχε κατευθυνθεί σε ΜμΕ.

Παρατάσεις, κίνδυνος δημοσιονομικού κενού και το διακύβευμα για την επόμενη μέρα

Οι χώρες έχουν προθεσμία έως τις 31 Αυγούστου για την ολοκλήρωση μεταρρυθμίσεων και έως τις 30 Σεπτεμβρίου για τις τελευταίες αιτήσεις πληρωμών. Ήδη όμως καταγράφονται κινήσεις αναδίπλωσης: η Ισπανία απέρριψε πάνω από 60 δισ. ευρώ δανείων, επικαλούμενη καθυστερήσεις στην υλοποίηση και βελτιωμένη πρόσβαση στις αγορές, ενώ η Ιταλία, έχοντας δαπανήσει περί τα 110 δισ. ευρώ έως τα τέλη Δεκεμβρίου, ανησυχεί για απότομη πτώση των δημοσίων επενδύσεων όταν στερέψουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Ως αντίβαρο, τόσο η Ισπανία όσο και η Ιταλία εξασφάλισαν ουσιαστικές παρατάσεις στον χρόνο αξιοποίησης μέρους των πόρων, με τη Μαδρίτη να χρησιμοποιεί 10,5 δισ. ευρώ ως κεφάλαιο για μόχλευση επιπλέον κρατικής και ιδιωτικής χρηματοδότησης και τη Ρώμη να έχει έγκριση για δαπάνες 23,5 δισ. ευρώ μετά το 2026.

Ορισμένοι οικονομολόγοι προτείνουν θεσμοθέτηση μεγαλύτερης ευελιξίας: επέκταση των προγραμμάτων κατά 1–2 χρόνια και χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων για χώρες που υλοποιούν ουσιαστικές δομικές μεταρρυθμίσεις. Το διακύβευμα είναι σαφές: είτε το Ταμείο Ανάκαμψης θα καταγραφεί ως ιστορική στροφή προς μια πιο ολοκληρωμένη, επενδυτικά ενεργή Ευρώπη, είτε ως ακόμη μία χαμένη ευκαιρία, με πολλά έργα βιτρίνας και περιορισμένο αντίκτυπο στην παραγωγικότητα.

Σχόλιο SBCTV : Η πραγματική δοκιμασία για το Ταμείο Ανάκαμψης δεν είναι η απορρόφηση αλλά η κληρονομιά: αν μετά το 2026 οι εθνικοί προϋπολογισμοί και η ευρωπαϊκή δημοσιονομική αρχιτεκτονική θα συνεχίσουν να στηρίζουν επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις, ή αν οι σημερινές δαπάνες θα αποδειχθούν μια εφάπαξ ένεση χωρίς διαρθρωτικό αποτύπωμα.

#ΤαμείοΑνάκαμψης #ΕυρωπαϊκήΈνωση #NextGenerationEU #ΕυρωπαϊκήΟικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.