Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Fed στις 27-28 Ιανουαρίου αποκαλύπτουν μια βαθιά διχασμένη Επιτροπή ως προς την επόμενη κίνηση στα επιτόκια. Άλλοι αξιωματούχοι βλέπουν χώρο για νέες μειώσεις μέσα στο έτος, ενώ ορισμένοι δεν αποκλείουν ακόμη και νέες αυξήσεις αν ο πληθωρισμός επιμείνει.
Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) στις 27-28 Ιανουαρίου δείχνουν μια κεντρική τράπεζα χωρίς σαφή συναίνεση για την επόμενη φάση της νομισματικής πολιτικής. Αν και η απόφαση διατήρησης του βασικού επιτοκίου σταθερού εγκρίθηκε ευρέως, οι απόψεις για το τι πρέπει να ακολουθήσει αποκλίνουν σημαντικά.
Δίλημμα μεταξύ πληθωρισμού και αγοράς εργασίας
Σύμφωνα με τα πρακτικά, «αρκετοί» συμμετέχοντες εκτίμησαν ότι περαιτέρω μειώσεις στο εύρος στόχο του ομοσπονδιακού επιτοκίου θα είναι πιθανόν κατάλληλες, εφόσον ο πληθωρισμός συνεχίσει να αποκλιμακώνεται σύμφωνα με τις προσδοκίες τους. Υπενθυμίζεται ότι η Fed έχει ήδη προχωρήσει σε τρεις διαδοχικές μειώσεις συνολικού ύψους 0,75 ποσοστιαίων μονάδων τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο, φέρνοντας το βασικό επιτόκιο στο εύρος 3,5%-3,75%.
Παράλληλα, «ορισμένοι» αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι θα ήταν σκόπιμο το επιτόκιο να παραμείνει αμετάβλητο για ένα διάστημα, έως ότου υπάρξει σαφέστερη εικόνα από τα εισερχόμενα μακροοικονομικά δεδομένα. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς έκριναν ότι πρόσθετη χαλάρωση δεν δικαιολογείται πριν υπάρξει «ξεκάθαρη ένδειξη» ότι η διαδικασία αποπληθωρισμού έχει επανέλθει σταθερά σε τροχιά προς τον στόχο του 2%.
Η διαφωνία δεν περιορίστηκε μόνο στον ρυθμό των πιθανών μειώσεων. Ορισμένοι συμμετέχοντες ζήτησαν η ανακοίνωση μετά τη συνεδρίαση να περιγράφει «διπλής κατεύθυνσης» προοπτική, αναγνωρίζοντας ρητά ότι ενδεχόμενες αυξήσεις επιτοκίων παραμένουν στο τραπέζι, εάν ο πληθωρισμός παραμείνει επίμονα πάνω από τον στόχο.
Νέο εκλογικό σώμα, πιθανή αλλαγή ηγεσίας και αντιδράσεις αγορών
Η συνεδρίαση του Ιανουαρίου ήταν η πρώτη με τη νέα σύνθεση των προέδρων των περιφερειακών Fed που διαθέτουν δικαίωμα ψήφου. Τουλάχιστον δύο εξ αυτών, η Lorie Logan (Ντάλας) και η Beth Hammack (Κλίβελαντ), έχουν δημόσια ταχθεί υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων σε σταθερά επίπεδα για παρατεταμένο διάστημα, θεωρώντας τον πληθωρισμό ως τη βασική απειλή και προτεραιότητα της πολιτικής.
Την ίδια ώρα, η εσωτερική πόλωση ενδέχεται να ενταθεί εάν ο πρώην διοικητής Kevin Warsh επιβεβαιωθεί ως ο επόμενος πρόεδρος της Fed, μετά τη λήξη της θητείας του σημερινού προέδρου Τζερόμ Πάουελ τον Μάιο. Ο Warsh έχει εκφραστεί υπέρ χαμηλότερων επιτοκίων, θέση που συμμερίζονται και οι νυν διοικητές Stephen Miran και Christopher Waller, οι οποίοι μάλιστα ψήφισαν κατά της απόφασης του Ιανουαρίου, προτιμώντας ακόμη μία μείωση κατά 0,25 μονάδες.
Παρά τις διαφορές, οι περισσότεροι συμμετέχοντες αναμένουν σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στη διάρκεια του έτους, αν και τονίζουν ότι ο ρυθμός και το χρονοδιάγραμμα παραμένουν αβέβαια. Επισημαίνουν ότι η επίδραση των δασμών στις τιμές αναμένεται να εξασθενήσει, αλλά προειδοποιούν ότι ο κίνδυνος επίμονου πληθωρισμού πάνω από τον στόχο παραμένει «ουσιαστικός».
Στο μέτωπο της πραγματικής οικονομίας, τα στοιχεία για την αγορά εργασίας είναι ανάμεικτα: η δημιουργία θέσεων στον ιδιωτικό τομέα επιβραδύνεται, με τη μικρή αύξηση απασχόλησης να προέρχεται κυρίως από την υγεία, αλλά η ανεργία υποχώρησε στο 4,3% τον Ιανουάριο και οι μισθωτές θέσεις εργασίας αυξήθηκαν περισσότερο από το αναμενόμενο. Ο βασικός δείκτης προσωπικών καταναλωτικών δαπανών παραμένει γύρω στο 3%, ενώ ο δομικός δείκτης τιμών καταναλωτή (χωρίς τρόφιμα και ενέργεια) έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο σχεδόν πενταετίας.
Οι αγορές παραγώγων, μέσω του δείκτη FedWatch της CME, αποτιμούν ως πιθανότερο σενάριο την επόμενη μείωση επιτοκίων τον Ιούνιο, με ακόμη μία να ακολουθεί τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο.
Σχόλιο
: Η εικόνα μιας Fed βαθιά διχασμένης αυξάνει την αβεβαιότητα για τις διεθνείς αγορές και για οικονομίες όπως η ελληνική, που εξαρτώνται από τις συνθήκες ρευστότητας σε δολάρια. Η έμφαση στην καταπολέμηση του πληθωρισμού, ακόμη και με το κόστος μιας πιο αδύναμης αγοράς εργασίας, δείχνει ότι η εποχή του «φθηνού χρήματος» έχει οριστικά τελειώσει και ότι οι επενδυτές πρέπει να προσαρμοστούν σε ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον χρηματοδότησης.






