Σε μερικό shutdown εισήλθε το αμερικανικό Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας μετά το αδιέξοδο στη Γερουσία για τον προϋπολογισμό του 2026, με αιχμή τη δράση της μεταναστευτικής υπηρεσίας ICE. Χωρίς εγκεκριμένη χρηματοδότηση μένουν καίριες υπηρεσίες, ενώ χιλιάδες υπάλληλοι, όπως οι ελεγκτές ασφαλείας στα αεροδρόμια, εργάζονται χωρίς μισθό.
Σε πλήρη παύση λειτουργιών (shutdown) εισήλθε το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (Department of Homeland Security – DHS), καθώς η Γερουσία δεν κατόρθωσε να εγκρίνει τον προϋπολογισμό του 2026. Η σύγκρουση επικεντρώνεται στη χρηματοδότηση της μεταναστευτικής υπηρεσίας Immigration and Customs Enforcement (ICE), η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής πολιτικής και κοινωνικής κριτικής.
Σύγκρουση για την ICE και την «Operation Metro Surge»
Οι Δημοκρατικοί αρνήθηκαν να στηρίξουν νέο πακέτο χρηματοδότησης, αντιδρώντας στην ευρείας κλίμακας επιχείρηση της ICE σε μεγάλες πόλεις, γνωστή ως «Operation Metro Surge». Στο πλαίσιο αυτής της επιχείρησης, η ICE έχει εντατικοποιήσει τις εφόδους της σε μητροπολιτικές περιοχές όπως το Λος Άντζελες, το Σικάγο και η Μινεάπολη.
Δημοκρατικοί αξιωματούχοι καταγγέλλουν πως πρόκειται για πολιτικά υποκινούμενη στρατηγική, ως αντίποινα κατά τοπικών αρχών και κοινοτήτων που αντιτίθενται στις πολιτικές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Η ένταση κλιμακώθηκε μετά τη θανάτωση δύο Αμερικανών πολιτών από πράκτορες της ICE στη Μινεάπολη, καθώς και μετά από δεκάδες περιπτώσεις λανθασμένης σύλληψης πολιτών των ΗΠΑ.
Κριτικοί της υπηρεσίας επισημαίνουν ελλιπή εκπαίδευση των πρακτόρων και μια κουλτούρα «πρώτα σύλληψη, μετά ερωτήσεις», που οδηγεί σε εκτεταμένες παραβιάσεις δικαιωμάτων. Παράλληλα, οργανώσεις και παρατηρητές τεκμηριώνουν απάνθρωπες συνθήκες σε κέντρα κράτησης μεταναστών, με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, ιδιαίτερα των παιδιών.
Ποιοι πλήττονται από το shutdown
Το αδιέξοδο στη Γερουσία δεν στερεί χρηματοδότηση μόνο από την ICE, αλλά και από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών (FEMA), την Ακτοφυλακή και την Υπηρεσία Ασφάλειας Μεταφορών (TSA), που είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο ασφαλείας στα αεροδρόμια των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, οι πράκτορες της TSA υποχρεούνται να συνεχίσουν να εργάζονται χωρίς να πληρώνονται, γεγονός που δημιουργεί κινδύνους για την επιχειρησιακή τους επάρκεια και την κοινωνική συνοχή, εάν το shutdown παραταθεί. Άλλα υπουργεία γλίτωσαν οριακά την παύση λειτουργίας, καθώς το Κογκρέσο είχε εγκρίνει τους δικούς τους προϋπολογισμούς την προηγούμενη εβδομάδα.
Οι διαβουλεύσεις μεταξύ Λευκού Οίκου και ηγεσίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία συνεχίζονται, με στόχο την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Για την έγκριση του προϋπολογισμού στο σώμα των 100 γερουσιαστών απαιτούνται 60 ψήφοι. Με τους Ρεπουμπλικανούς να διαθέτουν 53 έδρες, τουλάχιστον επτά Δημοκρατικοί πρέπει να συνταχθούν μαζί τους, κάτι που προς το παρόν δεν διαφαίνεται.
Πολιτικές και επιχειρησιακές συνέπειες
Η κρίση αυτή αποτελεί την τρίτη παύση λειτουργίας ομοσπονδιακών υπηρεσιών από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ το 2025, υπογραμμίζοντας τη δομική πόλωση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Παρά τις κάποιες διορθωτικές κινήσεις – όπως η μείωση του αριθμού πρακτόρων στους δρόμους, η απαγόρευση χρήσης μασκών προσώπου και η υποχρέωση έκδοσης ενταλμάτων για είσοδο σε ιδιωτικούς χώρους – η αντιπολίτευση θεωρεί ότι απαιτούνται, όπως δήλωσε ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις, «δραματικές αλλαγές» στον τρόπο λειτουργίας της ICE.
Σε επίπεδο κοινωνίας, κάτοικοι σε Μινεάπολη και Σικάγο περιγράφουν μια «πολεμική» ατμόσφαιρα, με μετανάστες αλλά και πολίτες να φοβούνται να πάνε στη δουλειά, να κινηθούν στην πόλη ή να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, υπό τον φόβο ότι θα εμπλακούν σε βίαια επεισόδια ή αυθαίρετες συλλήψεις.
Σχόλιο
: Το νέο shutdown στο Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας μετατρέπει τη μεταναστευτική πολιτική σε κεντρικό μέτωπο θεσμικής παράλυσης στις ΗΠΑ, με άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλεια, τις μεταφορές και τη διαχείριση κρίσεων. Για τις αγορές και τους διεθνείς εταίρους, η εικόνα ενός συστήματος που αδυνατεί να χρηματοδοτήσει κρίσιμες υπηρεσίες εντείνει τα ερωτήματα για τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα της αμερικανικής διακυβέρνησης, σε μια περίοδο ήδη αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.






