Ολοκληρώθηκε η διάσκεψη του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της προσφυγής της ΑΔΕΔΥ για την επαναφορά των δώρων στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Η επερχόμενη απόφαση εκτιμάται ότι θα έχει σημαντικές δημοσιονομικές και πολιτικές προεκτάσεις, με κόστος που υπολογίζεται σε 1,8 δισ. ευρώ ετησίως.
Σε τροχιά οριστικής δικαστικής κρίσης μπαίνει ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα της μισθολογικής πολιτικής στο Δημόσιο, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες ολοκληρώθηκε η διάσκεψη του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της προσφυγής που είχε καταθέσει η ΑΔΕΔΥ για την επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους. Η απόφαση αναμένεται να δημοσιοποιηθεί περίπου σε έναν μήνα, σηματοδοτώντας πιθανώς μια νέα φάση στις διεκδικήσεις μισθών και συντάξεων.
Το ιστορικό της υπόθεσης και οι προηγούμενες αποφάσεις
Το διεκδικητικό πλαίσιο για την επαναφορά των δώρων στο Δημόσιο διαμορφώθηκε το φθινόπωρο του 2024, με σχετικό υπόμνημα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων προς την κυβέρνηση. Ακολούθησε η αγωγή της ΑΔΕΔΥ, η οποία εκδικάστηκε στο ΣτΕ στις αρχές Ιουνίου 2025, ανοίγοντας εκ νέου ένα θέμα που θεωρείτο σε μεγάλο βαθμό «κλειστό» μετά τις αποφάσεις της προηγούμενης δεκαετίας.
Υπενθυμίζεται ότι η Ολομέλεια του ΣτΕ, με τις αποφάσεις 1307-1316/2019, είχε απορρίψει την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους, παρά το γεγονός ότι το 6ο Τμήμα είχε προηγουμένως ταχθεί υπέρ. Εκείνη η κρίση είχε εδραιώσει τη δημοσιονομική αρχιτεκτονική της περιόδου των μνημονίων, αφήνοντας ωστόσο ανοιχτή τη συζήτηση για την κοινωνική δικαιοσύνη των περικοπών.
Το δημοσιονομικό αποτύπωμα και τα σενάρια επαναφοράς
Η πλήρης επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους εκτιμάται ότι θα επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό με περίπου 1,8 δισ. ευρώ ετησίως. Το ποσό αυτό, σε ένα περιβάλλον αυξημένων δημοσιονομικών υποχρεώσεων και στενών ευρωπαϊκών κανόνων, συνιστά κρίσιμο παράγοντα για τις αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, ανεξαρτήτως της δικαστικής κρίσης.
Επιπλέον, η όποια απόφαση δεν αφορά μόνο τους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους. Η σύνδεση των δώρων με τις συντάξεις σημαίνει ότι, εφόσον ανοίξει ο δρόμος για επαναφορά στο Δημόσιο, θα τεθεί άμεσα το ζήτημα της μόνιμης επαναφοράς δώρων και στις συντάξεις. Αυτό θα πολλαπλασίαζε το δημοσιονομικό κόστος και θα δημιουργούσε ένα νέο, πολύ πιο σύνθετο μέτωπο για την οικονομική πολιτική.
Στο τραπέζι βρίσκεται και το σενάριο μιας «μερικής» επαναφοράς, με τη μορφή ενός επιπλέον (13ου) μισθού ύψους 1.000 ευρώ, όπως ίσχυε την περίοδο 2010-2012, πριν την πλήρη κατάργηση των δώρων από το 2013. Μια τέτοια λύση θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβιβαστική, μειώνοντας την πίεση στον προϋπολογισμό σε σχέση με την πλήρη επαναφορά 13ου και 14ου μισθού, αλλά παραμένει εξίσου πολιτικά και τεχνικά σύνθετη.
Πολιτικές ισορροπίες και κοινωνικές προσδοκίες
Η απόφαση του ΣτΕ, όποια κι αν είναι, θα λειτουργήσει ως καταλύτης για τη δημόσια συζήτηση γύρω από την αναδιανομή του δημοσιονομικού χώρου και τις προτεραιότητες της κοινωνικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, τα συνδικάτα του Δημοσίου και οι ενώσεις συνταξιούχων έχουν επενδύσει πολλά σε αυτή τη δικαστική μάχη, προβάλλοντας το επιχείρημα της αποκατάστασης απωλειών της μνημονιακής περιόδου. Από την άλλη, το οικονομικό επιτελείο θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις δικαστικές υποχρεώσεις, τους ευρωπαϊκούς κανόνες και την ανάγκη για επενδύσεις και ανάπτυξη.
Σε κάθε περίπτωση, η επικείμενη δημοσίευση της απόφασης δεν θα κλείσει τη συζήτηση, αλλά μάλλον θα την επαναπροσδιορίσει: είτε με όρους συμμόρφωσης σε ενδεχόμενη υποχρέωση καταβολής δώρων, είτε με όρους πολιτικής νομιμοποίησης της διατήρησης των περικοπών.
Σχόλιο
: Η απόφαση του ΣτΕ για τα δώρα στο Δημόσιο θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για το πώς η Ελλάδα μοιράζει τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο ανάμεσα σε μισθούς, συντάξεις και επενδύσεις· όποιο κι αν είναι το νομικό αποτέλεσμα, η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές προτεραιοτήτων και κοινωνικών συμμαχιών.






