Στα τέλη Μαρτίου θα κριθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο η νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνδέει την αύξηση με την ακρίβεια αλλά και τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Στα τέλη Μαρτίου μετατίθεται η κρίσιμη απόφαση για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, όπως ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ανοίγοντας τις εργασίες του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής. Η αναπροσαρμογή θα κλειδώσει σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πίεση από την ακρίβεια και στην ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Ο κατώτατος μισθός ως εργαλείο κατά της ακρίβειας
Ο πρωθυπουργός έθεσε τον κατώτατο μισθό στο επίκεντρο της στρατηγικής για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, ειδικά για τους χαμηλόμισθους. Υπενθύμισε ότι ήδη οι πολίτες «είδαν τα πρώτα αποτελέσματα» από τις μειώσεις φόρων που εφαρμόστηκαν στα τέλη του προηγούμενου έτους, επισημαίνοντας ότι δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι –ιδίως οι πολύτεκνοι και οι νέοι– διαπιστώνουν χειροπιαστή βελτίωση στο καθαρό τους εισόδημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού έρχεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά απέναντι στο «επίμονο πρόβλημα της ακρίβειας». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε την εισοδηματική πολιτική με τη ρύθμιση της αγοράς, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της νέας Ανεξάρτητης Αρχής για τον καταναλωτή, η οποία –όπως είπε– θα επιτρέψει «καλύτερη κατανόηση του τι πραγματικά συμβαίνει στην αγορά» και στοχευμένες παρεμβάσεις όπου χρειάζεται.
Ανάπτυξη, αγορά εργασίας και δημοσιονομική πειθαρχία
Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο οικονομικό αφήγημα. Ο πρωθυπουργός περιέγραψε ως βασικό στόχο τη διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης «σταθερά πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», προκειμένου να συνεχιστεί η πραγματική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Παράλληλα, έθεσε ως προτεραιότητα τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης της ανεργίας προς «ιστορικά χαμηλά».
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις δομικές αλλαγές στην αγορά εργασίας λόγω τεχνητής νοημοσύνης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προανήγγειλε ότι το ζήτημα θα απασχολήσει την κυβέρνηση τόσο από την πλευρά του εκπαιδευτικού συστήματος όσο και των πολιτικών για μεταλυκειακή εκπαίδευση, κατάρτιση και δια βίου μάθηση, όπου –όπως παραδέχθηκε– «υπάρχουν ακόμα σημαντικά περιθώρια βελτίωσης».
Κρίσιμο υπόβαθρο όλων αυτών αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, η «απαρέγκλιτη εκτέλεση του προϋπολογισμού» και η επίτευξη των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα και αποκλιμάκωση του χρέους. Αυτή η δημοσιονομική πειθαρχία παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για να μπορούν να υλοποιηθούν οι υπόλοιπες κοινωνικές και αναπτυξιακές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης του κατώτατου μισθού.
Σχόλιο
: Η επιλογή να ληφθεί η απόφαση για τον κατώτατο μισθό στο τέλος Μαρτίου δείχνει ότι η κυβέρνηση θέλει πλήρη εικόνα για την πορεία του προϋπολογισμού και του πληθωρισμού πριν καταλήξει στο ύψος της αύξησης. Πολιτικά, επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τις φορολογικές ελαφρύνσεις με μια ακόμη κίνηση υπέρ των χαμηλόμισθων, χωρίς να διαταράξει το αφήγημα αξιοπιστίας έναντι των αγορών και των θεσμών. Το στοίχημα θα κριθεί στο κατά πόσο η τελική αύξηση θα καλύψει ουσιαστικά την ακρίβεια ή θα θεωρηθεί από τα νοικοκυριά ως κίνηση περισσότερο συμβολική παρά πραγματικά ανακουφιστική.






