Σε ευθεία αντιπαράθεση με τη γραμμή του ΠΑΣΟΚ για την «υπόθεση Παναγόπουλου» τίθεται η ΠΑΣΚΕ, με τον επικεφαλής της ΓΣΕΕ να δηλώνει ότι μόνο οι εργαζόμενοι μπορούν να κρίνουν την πορεία του. Η απόφαση της ΚΟΕΣ για αναστολή της κομματικής του ιδιότητας αναδεικνύει βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Η δημόσια παρέμβαση του προέδρου της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλου, με αποδέκτη την Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή Συνεδρίου (ΚΟΕΣ) του ΠΑΣΟΚ, κλιμακώνει την ήδη τεταμένη σχέση του κόμματος με την ιστορική του συνδικαλιστική έκφραση, την ΠΑΣΚΕ. Στο επίκεντρο βρίσκεται η «υπόθεση Παναγόπουλου», για την οποία διενεργείται οικονομική έρευνα και που έχει οδηγήσει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ στην απόφαση να θέσει σε αναστολή την κομματική του ιδιότητα.
Το μήνυμα Παναγόπουλου: Αυτονομία από τα κόμματα
Ο Γιάννης Παναγόπουλος, απαντώντας στην απόφαση της ΚΟΕΣ, επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους από το κομματικό πεδίο στο πεδίο της συνδικαλιστικής νομιμοποίησης. Όπως τονίζει, «με βρίσκει σύμφωνο το σύνολο του σχεδίου αποφάσεων της ΚΟΕΣ», σπεύδει όμως να υπογραμμίσει ότι στη θέση που υπηρετεί δεν τον εξέλεξε καμία κομματική επιτροπή, αλλά «χιλιάδες εργαζόμενοι που εμπιστεύτηκαν τη φωνή και τους αγώνες μας».
Με αυτή τη διατύπωση ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ επιχειρεί να θωρακίσει την παραμονή του στην ηγεσία της Συνομοσπονδίας, υποστηρίζοντας ότι «εκείνοι είναι οι μόνοι αρμόδιοι να αποφασίσουν για την πορεία μου συνδικαλιστικά». Παράλληλα, περιγράφει την παράταξη που ηγείται, την ΠΑΣΚΕ, ως «αυτόνομη και ακηδεμόνευτη» και όχι ως κομματική προέκταση, στέλνοντας σαφές μήνυμα αποστασιοποίησης από τις εσωκομματικές ισορροπίες.
Ο ίδιος θέτει ως στόχο «να οδηγήσω την παράταξη της οποίας ηγούμαι, την ΠΑΣΚΕ, σε ένα ακόμη νικηφόρο συνέδριο», δίνοντας έμφαση στην ενότητα, την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την ενίσχυση μιας «μεγάλης, μαχητικής παράταξης» του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Η ρητορική αυτή δείχνει ότι δεν προτίθεται να υποχωρήσει από τις φιλοδοξίες του στο συνδικαλιστικό πεδίο, παρά την πολιτική πίεση.
Η γραμμή ΠΑΣΟΚ και η κρίση αξιοπιστίας του συνδικαλισμού
Στον αντίποδα, η Πολιτική Γραμματεία της ΚΟΕΣ ΠΑΣΟΚ, στη σημερινή της απόφαση, επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στο τεκμήριο αθωότητας και στην ανάγκη προστασίας του κύρους του κόμματος και του συνδικαλιστικού κινήματος. Υπενθυμίζει ότι «ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, όπως για κάθε Έλληνα πολίτη», αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι, για λόγους αρχής, ο κ. Παναγόπουλος «οφείλει να διευκολύνει, παραιτούμενος των φιλοδοξιών του να ηγηθεί της ΓΣΕΕ».
Η διατύπωση αυτή ανεβάζει τον πήχη της πολιτικής πίεσης, καθώς το ΠΑΣΟΚ δηλώνει πως «ούτε εκβιάζεται, ούτε απειλείται» και συνδέει την υπόθεση με τη γενικότερη «κρίση αντιπροσωπευτικότητας και αξιοπιστίας» του συνδικαλιστικού κινήματος. Στο κείμενο της απόφασης γίνεται λόγος για ανάγκη «απεγκλωβισμού από κατεστημένες εξουσιαστικές αντιλήψεις και από κάθε είδους εξαρτήσεις», προαναγγέλλοντας πρωτοβουλίες με τη συμμετοχή μελών και φίλων του κόμματος στους χώρους εργασίας και τις συνδικαλιστικές παρατάξεις.
Η σύγκρουση γύρω από τον Γιάννη Παναγόπουλο, με φόντο και το επικείμενο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, αποκτά έτσι χαρακτηριστικά δοκιμασίας των ιστορικών δεσμών κόμματος – συνδικάτων. Η έκβαση θα κρίνει όχι μόνο την προσωπική πορεία του προέδρου της ΓΣΕΕ, αλλά και τον βαθμό στον οποίο το ΠΑΣΟΚ μπορεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τον οργανωμένο συνδικαλισμό σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων.
Σχόλιο
: Η αντιπαράθεση ΠΑΣΟΚ – Παναγόπουλου δεν είναι απλώς προσωπική σύγκρουση, αλλά σύμπτωμα της βαθιάς κρίσης εκπροσώπησης στο ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα. Αν το κόμμα δεν καταφέρει να ανανεώσει με πειστικό τρόπο τη σχέση του με τους εργαζόμενους, το κενό θα καλυφθεί από πιο ριζοσπαστικές ή αντισυστημικές δυνάμεις, με άμεσες πολιτικές συνέπειες.






