Η νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποκαλύπτει έντονη συγκέντρωση των εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού σε τρεις βασικές περιφέρειες: Αττική, Κρήτη και Νότιο Αιγαίο. Παρά τη συντόμευση της παραμονής, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξάνεται, ενισχύοντας τα έσοδα χωρίς αντίστοιχη έκρηξη αφίξεων.
Η περίοδος 2019–2024 αναδιαμορφώνει τον χάρτη του ελληνικού τουρισμού, όχι τόσο σε επίπεδο αφίξεων, όσο σε όρους πραγματικού χρήματος που μένει στην οικονομία. Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, η τουριστική δαπάνη συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο σε τρεις περιφέρειες – Αττική, Κρήτη και Νότιο Αιγαίο – οι οποίες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τον εισερχόμενο τουρισμό.
Παρότι ο μέσος επισκέπτης ταξιδεύει πλέον σε λιγότερες περιφέρειες στο ίδιο ταξίδι, η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη σε επίπεδο περιφέρειας αυξήθηκε κατά 41 ευρώ σε σχέση με το 2019. Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται έντονα ανά περιοχή, αναδεικνύοντας διαφορετικά μοντέλα τουριστικής ανάπτυξης και κατανάλωσης.
Η άνοδος της Αττικής και η ανθεκτικότητα Κρήτης – Νοτίου Αιγαίου
Ο μεγάλος κερδισμένος της πενταετίας είναι η Αττική. Η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη αυξήθηκε κατά 103 ευρώ, ενώ το μερίδιο της περιφέρειας στις συνολικές αφίξεις ενισχύθηκε από 16% το 2019 σε 22% το 2024. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μεταβολή στο μερίδιο των εισπράξεων, που από 15% εκτοξεύθηκε σε 23%.
Η δυναμική αυτή συνδέεται με την ενίσχυση του city break στην Αθήνα, τη συνεχή αύξηση των αεροπορικών αφίξεων και τη μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής σε σχέση με το παρελθόν. Η Αττική παύει να είναι απλώς ενδιάμεσος σταθμός και μετατρέπεται σε αυτόνομο, υψηλής δαπάνης, αστικό προορισμό.
Η Κρήτη διατηρεί σταθερά τον ρόλο της ως ένας από τους πυλώνες του ελληνικού τουρισμού. Η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη αυξήθηκε κατά 86 ευρώ μεταξύ 2019 και 2024, εξέλιξη που αποδίδεται στη σταθερή ζήτηση και στη λειτουργία μεγάλων, οργανωμένων τουριστικών μονάδων all inclusive και υψηλότερης κατηγορίας.
Στο Νότιο Αιγαίο, αντιθέτως, η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με το 2019. Η μελέτη αποδίδει το φαινόμενο κυρίως στη μείωση της διάρκειας παραμονής, παρά τις υψηλές τιμές ανά διανυκτέρευση. Το αποτέλεσμα είναι να συγκρατείται η συνολική δαπάνη ανά ταξίδι, παρά την ισχυρή διεθνή ζήτηση για προορισμούς όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη.
Περιφερειακές ανισορροπίες και ρόλος των αεροπορικών αφίξεων
Στα Ιόνια Νησιά και την Κεντρική Μακεδονία καταγράφεται μείωση της μέσης δαπάνης ανά επίσκεψη. Ιδίως στην Κεντρική Μακεδονία, όπου κυριαρχεί ο οδικός τουρισμός, η χαμηλότερη ημερήσια δαπάνη περιορίζει το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα, παρά τη διατήρηση της κίνησης. Στις λοιπές περιφέρειες της χώρας, η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη αυξάνεται κατά 75 ευρώ, χωρίς όμως να αλλάζει η γενική εικόνα συγκέντρωσης της δαπάνης στους τρεις βασικούς προορισμούς.
Καθοριστικός παράγοντας είναι ο τρόπος άφιξης. Το 2024, οι αεροπορικοί ταξιδιώτες αντιπροσωπεύουν το 73% των αφίξεων αλλά παράγουν το 91% των συνολικών εσόδων, λόγω πολύ υψηλότερης μέσης κατανάλωσης σε σύγκριση με τους οδικούς επισκέπτες. Παρά τη μείωση της μέσης κατανάλωσης ανά ταξίδι και για τις δύο κατηγορίες, η συνολική μέση δαπάνη αυξάνεται επειδή μεγαλώνει το μερίδιο των ταξιδιωτών με υψηλότερη ημερήσια δαπάνη.
Η δυναμική του 2025 και το στοίχημα της ποιότητας
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου–Νοεμβρίου 2025 επιβεβαιώνουν την τάση αναβάθμισης της δαπάνης. Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι ανήλθε στα 600 ευρώ, αυξημένη κατά 4,4% σε σχέση με τα 574 ευρώ του 2024. Η αύξηση αυτή σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η διάρκεια παραμονής παραμένει περιορισμένη σε αρκετούς προορισμούς, γεγονός που δείχνει ότι τα έσοδα ενισχύονται όχι μόνο από τον όγκο, αλλά και από την ποιότητα της κατανάλωσης.
Ενδεικτικός είναι ο Νοέμβριος, μήνας εκτός υψηλής σεζόν, όπου η μέση δαπάνη ανά ταξίδι έφτασε τα 495 ευρώ, αυξημένη κατά 17,2% από τα 422 ευρώ του Νοεμβρίου 2024. Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει τις δυνατότητες διεύρυνσης της σεζόν, εφόσον οι προορισμοί επενδύσουν σε προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης αξίας.
Σχόλιο
: Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ φωτίζει μια κρίσιμη μετατόπιση: η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται μόνο στην ποσότητα αφίξεων, αλλά οφείλει να σχεδιάσει στοχευμένες πολιτικές για να διαχυθεί η υψηλή δαπάνη πέρα από την Αττική, την Κρήτη και το Νότιο Αιγαίο, αν θέλει πραγματικά ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη.






