Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η επενδυτική δυναμική της χώρας δεν θα εκτροχιαστεί μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Συνδυασμός ΕΣΠΑ, υπολοίπων δανείων του ΤΑΑ και ισχυρής ιδιωτικής πρωτοβουλίας αναμένεται να στηρίξει μια διατηρήσιμη ανοδική πορεία.
Την εκτίμηση ότι η Ελλάδα δεν θα αντιμετωπίσει «επενδυτικό κενό» μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) διατύπωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ. Όπως εξήγησε, ο συνδυασμός των πόρων του παλαιού και του νέου ΕΣΠΑ με το ΤΑΑ, αλλά και η ισχυρή δυναμική των άμεσων ξένων επενδύσεων, δημιουργούν ένα σταθερό υπόβαθρο για συνέχιση της ανοδικής πορείας των επενδύσεων και μετά τη λήξη του σημερινού ευρωπαϊκού πακέτου στήριξης.
Η «γέφυρα» μετά το ΤΑΑ: ΕΣΠΑ και υπόλοιπα δανείων
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι, με βάση τους υπολογισμούς της ΤτΕ, το συνολικό ύψος των πόρων από το παλιό ΕΣΠΑ, το ΤΑΑ και το νέο ΕΣΠΑ δεν διαφοροποιείται σημαντικά, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο απότομης πτώσης των επενδύσεων. Θύμισε ότι από το σκέλος των επιχορηγήσεων του ΤΑΑ, ύψους 18,2 δισ. ευρώ, η υλοποίηση βρίσκεται στο τελικό της στάδιο, ωστόσο το δανειακό σκέλος παραμένει ενεργό έως και το 2029.
Από τα συνολικά δάνεια 17,8 δισ. ευρώ, έχουν ήδη εκταμιευθεί περίπου 8 δισ. ευρώ, ενώ αναμένεται να εκταμιευθούν άλλα 9,8 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2029. Μάλιστα, 2 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, ώστε να μετατραπούν σε στοχευμένα δάνεια για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενισχύοντας τον ιδιωτικό επενδυτικό βραχίονα.
Παράλληλα, από το ΕΣΠΑ 2021-2027 απομένει να απορροφηθούν κοινοτικοί πόροι ύψους 23 δισ. ευρώ έως το 2029, όταν ολοκληρώνεται η τρέχουσα προγραμματική περίοδος. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 προβλέπει πόρους 49,2 δισ. ευρώ σε όρους δημόσιας δαπάνης, περίπου στο ίδιο επίπεδο με το σημερινό πρόγραμμα, προσφέροντας συνέχεια στη ροή ευρωπαϊκών κεφαλαίων.
Άλμα στις άμεσες ξένες επενδύσεις και στροφή στον ιδιωτικό τομέα
Το πιο αισιόδοξο στοιχείο, σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, είναι η εκρηκτική άνοδος των ιδιωτικών επενδύσεων, εγχώριων και ξένων. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2025 ανήλθαν σε 11 δισ. ευρώ, έναντι περίπου 5 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2024, παρά το περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και τον εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ.
Σε επίπεδο συνολικών επενδύσεων, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπει αύξηση 10,2% για το 2026, ενώ η ΤτΕ εκτιμά άνοδο 8,6%, κυρίως λόγω της έντονης υλοποίησης του ΤΑΑ. Για το 2026, οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να διαμορφωθούν στο 39% του συνόλου (18 δισ. ευρώ) και οι ιδιωτικές στο 61% (28 δισ. ευρώ), σε σύνολο 46 δισ. ευρώ.
Η στροφή προς τον ιδιωτικό τομέα ενισχύεται ακόμη περισσότερο στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2026-2029. Για το 2029, προβλέπεται ότι οι δημόσιες επενδύσεις θα υποχωρήσουν στο 22% του συνόλου (11,2 δισ. ευρώ), ενώ οι ιδιωτικές θα εκτιναχθούν στο 78% (40,5 δισ. ευρώ), σε σύνολο επενδύσεων 51,7 δισ. ευρώ. Αυτό συνεπάγεται αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων κατά περίπου 12 δισ. ευρώ ή 45% σε τρέχουσες τιμές μέσα σε μία τετραετία.
Ταυτόχρονα, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, εκτός ΤΑΑ, τόσο το εθνικό όσο και το συγχρηματοδοτούμενο, εμφανίζει ανοδική τροχιά: από 9,5 δισ. ευρώ το 2026 σε 9,95 δισ. ευρώ το 2027 και 10,75 δισ. ευρώ το 2028, διασφαλίζοντας ότι το κράτος θα συνεχίσει να λειτουργεί ως καταλύτης για ιδιωτικά κεφάλαια.
Σχόλιο
: Η ΤτΕ ουσιαστικά περιγράφει μια μετάβαση από την «τεχνητή» ώθηση των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης σε ένα πιο ώριμο, ιδιωτικοκεντρικό επενδυτικό μοντέλο, όπου κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας θα είναι η ταχύτητα απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων, η σταθερότητα του φορολογικού περιβάλλοντος και η ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να κατευθύνει φθηνή χρηματοδότηση στην πραγματική οικονομία.






