Οι αγορές ανατιμολογούν επιθετικότερη στάση από ΕΚΤ και Τράπεζα της Αγγλίας, καθώς το νέο ενεργειακό σοκ αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό. Η άνοδος των αποδόσεων σε γερμανικά και βρετανικά ομόλογα δείχνει στροφή των traders σε σενάρια νέου κύκλου σύσφιξης.
Η εκτόξευση των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή αλλάζει εκ νέου τα δεδομένα στη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης και του Ηνωμένου Βασιλείου. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, οι χρηματαγορές αυξάνουν πλέον αισθητά τα στοιχήματα ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Αγγλίας θα υποχρεωθούν να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις επιτοκίων για να προλάβουν ένα νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.
Οι πιθανότητες αυξήσεων και το δίλημμα των κεντρικών τραπεζών
Για την ΕΚΤ, οι traders θεωρούν ουσιαστικά «κλειδωμένη» μια πρώτη κίνηση μέχρι τον Ιούνιο, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά δεν πείθεται από τα πρόσφατα σενάρια σταθεροποίησης ή ακόμη και χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής. Αντίστοιχα, στις τιμές των παραγώγων της στερλίνας αποτυπώνεται περίπου 70% πιθανότητα ότι η Τράπεζα της Αγγλίας θα αυξήσει το κόστος δανεισμού έως το τέλος του έτους.
Η στρατηγική αναλύτρια της Mizuho International, Έβελιν Γκόμεθ Λίχτι, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο το αδιέξοδο: «Η ΕΚΤ και η ΒοΕ έχουν ουσιαστικά παραλύσει: η υποχώρηση σε ένα πετρελαϊκό σοκ διακινδυνεύει την αξιοπιστία, ενώ η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής διακινδυνεύει την ανάπτυξη». Με άλλα λόγια, η αναζωπύρωση του ενεργειακού κόστους εγκλωβίζει τις κεντρικές τράπεζες ανάμεσα στην ανάγκη να προστατεύσουν την αξιοπιστία τους στη μάχη κατά του πληθωρισμού και στον κίνδυνο να προκαλέσουν ύφεση.
Η ίδια αναλύτρια υπογραμμίζει ότι το βασικό σενάριο παραμένει πως τα επιτόκια στην Ευρωζώνη δέχονται εκ νέου ανοδικές πιέσεις, με τον ενεργειακό κίνδυνο να «πνίγει» οποιοδήποτε βραχυπρόθεσμο αφήγημα περί αποπληθωρισμού. Η εικόνα αυτή ανατρέπει τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί τους προηγούμενους μήνες για σταδιακή αποκλιμάκωση του κόστους χρήματος.
Ομόλογα υπό πίεση και σήμα στις αγορές
Η αλλαγή κλίματος αποτυπώνεται καθαρά στην αγορά κρατικού χρέους. Τα γερμανικά ομόλογα, σημείο αναφοράς για ολόκληρη την Ευρωζώνη, δέχονται ισχυρές πιέσεις, με τη διετή απόδοση –την πιο ευαίσθητη στις μεταβολές επιτοκίων– να ενισχύεται κατά 13 μονάδες βάσης στο 2,44%. Αντίστοιχα, η διετής απόδοση του βρετανικού τίτλου ανέβηκε έως και 28 μονάδες βάσης στο 4,15%, επίπεδα που παραπέμπουν σε προεξόφληση αυστηρότερης πολιτικής.
Η άνοδος των αποδόσεων σημαίνει πτώση των τιμών των ομολόγων, γεγονός που επιβαρύνει το κόστος δανεισμού για κράτη και επιχειρήσεις, αλλά και αναδιαμορφώνει το επενδυτικό τοπίο. Εάν οι προσδοκίες για νέες αυξήσεις επιτοκίων παγιωθούν, η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας θα γίνει ακριβότερη, με πιθανές επιπτώσεις σε επενδύσεις, κατανάλωση και ρυθμούς ανάπτυξης σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πορεία των τιμών ενέργειας μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα για τη μελλοντική τροχιά του πληθωρισμού και, κατ’ επέκταση, των επιτοκίων. Κάθε ένδειξη αποκλιμάκωσης της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ανακουφίσει τις αγορές και να επιτρέψει στις κεντρικές τράπεζες να αποφύγουν έναν νέο επιθετικό κύκλο σύσφιξης.
Σχόλιο
: Η απότομη μεταστροφή των προσδοκιών δείχνει πόσο εύθραυστη παραμένει η ισορροπία μεταξύ πληθωρισμού και ανάπτυξης στην Ευρώπη. Εάν το ενεργειακό σοκ αποδειχθεί διαρκές, οι κεντρικές τράπεζες θα πιεστούν να επιλέξουν ανάμεσα στην αξιοπιστία τους και στην αποφυγή ύφεσης – ένα δίλημμα με άμεσες συνέπειες για δημόσια οικονομικά, τραπεζικό σύστημα και επενδύσεις.






