Η βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών απαντά στην ενεργειακή κρίση με αποσπασματικά κουπόνια και επιδοτήσεις. Το κενό μιας συνεκτικής στρατηγικής για φθηνή, ασφαλή ενέργεια αφήνει χώρο στις ριζοσπαστικές προτάσεις της ακροδεξιάς.
Η νέα έκρηξη στις τιμές ενέργειας και καυσίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως συνέπεια του πολέμου που έχει εξαπολύσει ο Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή, δοκιμάζει σκληρά την κυβέρνηση των Εργατικών. Αντί για μια πειστική, μακροπρόθεσμη στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας, το Λονδίνο απαντά με κουπόνια, μικρο-επιδόματα και συμβολικές κινήσεις που δύσκολα αλλάζουν την πραγματικότητα στα βρετανικά νοικοκυριά.
Κουπόνια, επιδοτήσεις και η αυταπάτη της «μικροδιαχείρισης» των λογαριασμών
Ο αρμόδιος υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ εμφανίζεται σε TikTok, εξηγώντας ότι οι λογαριασμοί θα μειωθούν τον Απρίλιο, ότι δημιουργείται ταμείο 50 εκατ. λιρών για νοικοκυριά με πετρέλαιο θέρμανσης και ότι ο ειδικός φόρος στα καύσιμα «παγώνει» μέχρι τον Σεπτέμβριο. Παράλληλα, η κυβέρνηση υπόσχεται επιτάχυνση των σχεδίων για καθαρή ενέργεια και επιμένει ότι «εργάζεται με συμμάχους» για τον τερματισμό της σύρραξης που πυροδοτεί την κρίση τιμών.
Ωστόσο, ο αρθρογράφος επισημαίνει τρεις βασικές αυταπάτες. Πρώτον, ότι ένα μεμονωμένο, μεσαίου μεγέθους κράτος μπορεί να «ρυθμίσει» τους λογαριασμούς των πολιτών σε ένα περιβάλλον παγκόσμιων σοκ, που διαχέονται σε τρόφιμα, μεταφορές, στεγαστικά δάνεια και τεχνολογικά προϊόντα. Δεύτερον, ότι αποσπασματικά μέτρα –όπως η παγωμένη φορολογία καυσίμων ή ένα περιορισμένο ταμείο θέρμανσης– γίνονται καν αντιληπτά από μια κουρασμένη, καχύποπτη κοινή γνώμη. Και τρίτον, ότι μια κυβέρνηση θα λάβει πολιτική πίστωση για μικρές ελαφρύνσεις, σε ένα περιβάλλον ενημέρωσης όπου κυριαρχούν αλγόριθμοι και πολιτικοί αντίπαλοι που εκμεταλλεύονται τον θυμό.
Το ανεκμετάλλευτο χαρτί των επενδύσεων και η άνοδος των ακραίων λύσεων
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του επικοινωνιακού κενού είναι η σχεδόν εξαφάνιση από τον δημόσιο διάλογο της «Great British Energy», του δημόσιου επενδυτικού οχήματος για καθαρή ενέργεια που είχε παρουσιαστεί ως κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής των Εργατικών το 2022 και καταγράφει υψηλή αποδοχή στις δημοσκοπήσεις. Αντί να αξιοποιηθεί ως όραμα ενεργειακής αυτονομίας και σταθερών, χαμηλότερων τιμών, η κυβέρνηση προτιμά μια λογική «κουπονιών σούπερ μάρκετ»: μικρές επιστροφές, εκκλήσεις για εξοικονόμηση και δημόσιες επιπλήξεις προς τις εταιρείες ενέργειας.
Το κενό αυτό σπεύδει να καλύψει το δεξιό κόμμα Reform UK, με ηγέτες όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ και ο Ρίτσαρντ Τάις. Υπόσχονται νέο κύμα εκμετάλλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα, άρση της απαγόρευσης στο fracking και εγκατάλειψη των στόχων για μηδενικές εκπομπές. Παρά τις επιστημονικά αβάσιμες θέσεις τους για την κλιματική κρίση, προβάλλουν ένα απλό, ηχηρό αφήγημα: «περισσότερα ορυκτά καύσιμα, φθηνότερη ενέργεια τώρα».
Την ίδια στιγμή, άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία, δείχνουν έναν διαφορετικό δρόμο: με μεγάλη επένδυση σε αιολικά και φωτοβολταϊκά, έχουν καταφέρει να κρατήσουν τις τιμές ενέργειας περίπου 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αποσυνδέοντας σταδιακά το ηλεκτρικό ρεύμα από την αστάθεια της αγοράς φυσικού αερίου.
Το διακύβευμα για την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά
Η βρετανική εμπειρία λειτουργεί ως προειδοποίηση και για άλλες κεντροαριστερές κυβερνήσεις στην Ευρώπη. Αν η απάντηση στην ακρίβεια περιοριστεί σε κουπόνια και προσωρινές επιδοτήσεις, χωρίς θαρραλέα πολιτική για φορολόγηση πλούτου, μαζικές επενδύσεις σε ΑΠΕ και αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, τότε το πολιτικό κενό θα καλυφθεί από δυνάμεις που υπόσχονται εύκολες, αλλά επικίνδυνες λύσεις.
Η ενεργειακή κρίση δεν είναι απλώς πρόβλημα «οικογενειακού προϋπολογισμού», αλλά σύμπτωμα ενός τοξικού οικονομικού υποδείγματος. Όσο οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τον λογαριασμό ρεύματος ως μοχλό τακτικής πολιτικής διαχείρισης –και όχι ως πεδίο δομικής μεταρρύθμισης– τόσο θα παραμένουν όμηροι της «δικτατορίας του μηνιαίου λογαριασμού» και ευάλωτες σε λαϊκιστικές υποσχέσεις.
Σχόλιο
: Η Βρετανία δείχνει τι συμβαίνει όταν η κεντροαριστερά φοβάται να συγκρουστεί με το παλιό ενεργειακό μοντέλο: χάνει την πρωτοβουλία ιδεών, εγκλωβίζεται σε διαχείριση επιδομάτων και αφήνει το στρατηγικό αφήγημα –ασφάλεια, φθηνή ενέργεια, εθνική κυριαρχία– στην ακροδεξιά. Για την Ελλάδα, όπου η ενεργειακή φτώχεια και η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα παραμένουν κρίσιμα, το μάθημα είναι σαφές: χωρίς καθαρό, φιλόδοξο σχέδιο για ΑΠΕ, δίκτυα και δίκαιη φορολόγηση, η πολιτική φθορά είναι ζήτημα χρόνου.






