Η άρνηση του Βερολίνου να συμμετάσχει σε ναυτική αποστολή στον Περσικό Κόλπο ανοίγει νέο μέτωπο στις σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Φρίντριχ Μερτς κινδυνεύει, σύμφωνα με αναλυτές, να επαναλάβει το επικίνδυνο μοντέλο Σρέντερ στο πεδίο της ασφάλειας.
Η γερμανική κυβέρνηση απορρίπτει επανειλημμένα το αμερικανικό αίτημα για συμμετοχή σε ναυτική συνοδεία εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ, την κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. Πίσω από αυτή τη φαινομενικά καθαρή άρνηση, Γερμανοί αναλυτές βλέπουν όμως τον κίνδυνο μιας επανάληψης του «μοντέλου Σρέντερ» του 2003, όταν το δημόσιο «όχι» στον πόλεμο στο Ιράκ συνοδεύτηκε από παρασκηνιακή επιχειρησιακή υποστήριξη προς την Ουάσινγκτον.
Ο φόβος μιας νέας «παγίδας Σρέντερ – Φίσερ»
Στο πολιτικό Βερολίνο συζητείται έντονα κατά πόσο ο Φρίντριχ Μερτς, ως καγκελάριος, μπορεί να βρεθεί σε μια ανάλογη παγίδα: να διακηρύσσει δημοσίως αποστασιοποίηση από τις στρατιωτικές επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ έναντι του Ιράν, αλλά να επιτρέπει ταυτόχρονα, για λόγους συμμαχικής πειθαρχίας, μορφές έμμεσης συμμετοχής ή διευκολύνσεων. Το ερώτημα που θέτουν οι σχολιαστές είναι αν η Γερμανία θα μπορέσει αυτή τη φορά να αποφύγει τη «συμμετοχή από την πίσω πόρτα» σε ενδεχόμενη κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο.
Ο εξωτερικός εκπρόσωπος της SPD, Άντις Αχμέτοβιτς, χαρακτηρίζει τις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον «στρατηγικά ασύνδετες και ανούσιες» και εξηγεί γιατί το Βερολίνο, παρά τη συμμετοχή του σε αποστολή ασφαλείας στην Ερυθρά Θάλασσα, αρνείται να επεκτείνει τη στρατιωτική του παρουσία στον άμεσο χώρο της αντιπαράθεσης με το Ιράν. Για την κυβερνητική πλειοψηφία, το κεντρικό διακύβευμα είναι να διατηρηθεί η διπλωματική ευελιξία της Γερμανίας στη Μέση Ανατολή, χωρίς να διαρραγούν οι δεσμοί με τις ΗΠΑ.
Εσωτερικές πιέσεις στην ΕΛΚ και ρίσκο για το διατλαντικό εμπόριο
Την ίδια στιγμή, ο Μερτς βρίσκεται υπό πίεση και στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Αναφορές για μυστική συνεργασία στελεχών της Ευρωπαϊκής Λαϊκής Ομάδας με ακροδεξιές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δημιουργούν πολιτική θύελλα, φέρνοντας τόσο τον Μερτς όσο και τον Μάρκους Ζέντερ σε δύσκολη θέση. Το σκάνδαλο απειλεί να σκιάσει τις επαφές τους με την πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μέτσολα, και να υπονομεύσει την εικόνα της κεντροδεξιάς ως πυλώνα σταθερότητας.
Παράλληλα, ένα εύθραυστο διατλαντικό εμπορικό παζάρι μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ μοιάζει να είναι το επόμενο μεγάλο ρίσκο για τον Μερτς. Οι εντάσεις στο πεδίο της ασφάλειας και της Μέσης Ανατολής απειλούν να μεταφερθούν και στο οικονομικό μέτωπο, με τον κίνδυνο εμπορικών τριβών ή ακόμη και νέων δασμών. Για μια εξαγωγική οικονομία όπως η γερμανική, που ήδη πιέζεται από επιβράδυνση και γεωπολιτικές αβεβαιότητες, μια επιδείνωση των εμπορικών σχέσεων με τις ΗΠΑ θα είχε σημαντικό κόστος.
Το ερώτημα για το Βερολίνο είναι αν μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατλαντική συμμαχία, τη δική του ειρηνιστική παράδοση και τις ευρωπαϊκές του φιλοδοξίες, χωρίς να εγκλωβιστεί σε παλαιά λάθη. Η εμπειρία του 2003 λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι η ασάφεια στο μήνυμα και οι διπλές γραμμές μεταξύ ρητορικής και πράξης πληρώνονται ακριβά, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές σκηνικό.
Σχόλιο
: Η γερμανική ηγεσία επιχειρεί να αποφύγει τη στρατιωτική εμπλοκή στον Ιράν χωρίς να θυσιάσει τη διατλαντική σχέση, όμως η σύγκλιση κρίσεων –από την ασφάλεια έως το εμπόριο και τις εσωτερικές ισορροπίες στην ΕΛΚ– περιορίζει δραστικά τα περιθώρια ελιγμών και αυξάνει τον κίνδυνο νέων, ακριβών για την Ευρώπη, στρατηγικών λαθών.






