Τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα σε Γαλλία, Ιταλία, Σλοβενία, Ουγγαρία και Δανία δείχνουν κόπωση της ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς. Το λεγόμενο «Trumplash» αναδεικνύει όρια στην απήχηση του σκληρού λαϊκισμού.
Μια σειρά από εκλογικές αναμετρήσεις σε κομβικές ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ότι η άκρα δεξιά, αν και ισχυρή, δεν είναι πολιτικά ανίκητη. Από τις τοπικές εκλογές στη Γαλλία έως το δημοψήφισμα στην Ιταλία και τις κάλπες σε Σλοβενία, Ουγγαρία και Δανία, διαμορφώνεται η εικόνα ενός «Trumplash» – μιας αντίστροφης πολιτικής επίδρασης του στυλ Τραμπ, που φαίνεται να κινητοποιεί και αντίρροπες δυνάμεις.
Γαλλία: Ενίσχυση του RN, αλλά αποτυχία στα μεγάλα αστικά κέντρα
Στη Γαλλία, το ακροδεξιό Rassemblement National (RN) κατέγραψε σημαντική αριθμητική πρόοδο στις τοπικές εκλογές, ελέγχοντας πλέον σχεδόν 60 μικρούς και μεσαίους δήμους άνω των 3.500 κατοίκων, περίπου επτά φορές περισσότερους από το 2020. Ωστόσο, απέτυχε στα βασικά στρατηγικά του διακυβεύματα: τις μεγάλες πόλεις.
Παρά τη νίκη στη συντηρητική Νίκαια μέσω του συμμάχου Ερίκ Σιοτί, το RN ηττήθηκε σε καίριους στόχους όπως η Μασσαλία, η Τουλόν και η Νιμ. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η επανασυσπείρωση του λεγόμενου «ρεπουμπλικανικού μετώπου», με ψηφοφόρους της αριστεράς και της μετριοπαθούς δεξιάς να συμμαχούν εκλογικά για να μπλοκάρουν την άκρα δεξιά.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, η επικράτηση της Μαρίν Λεπέν ή του Τζορντάν Μπαρντέλα δεν είναι προδιαγεγραμμένη, παρά τις ευνοϊκές μέχρι σήμερα δημοσκοπήσεις. Το στοίχημα για κεντροδεξιά, κεντρώους και κεντροαριστερά κόμματα είναι η διαμόρφωση αξιόπιστης, ενωτικής υποψηφιότητας.
Ανακατατάξεις στον γαλλικό χώρο της αριστεράς και του κέντρου
Στο Παρίσι και τη Μασσαλία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, σε συμμαχία με μετριοπαθείς αριστερές δυνάμεις, απέδειξε ότι μπορεί να κερδίζει χωρίς τη ριζοσπαστική La France Insoumise (LFI) του Ζαν-Λικ Μελανσόν. Όπου συνεργάστηκε με την LFI, συχνά ηττήθηκε, επιβεβαιώνοντας ότι η υπερβολική ριζοσπαστικοποίηση αποξενώνει τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους.
Η LFI, επιβαρυμένη από κατηγορίες για εξτρεμισμό, αντισημιτισμό και βίαιες πρακτικές, πέτυχε ορισμένες συμβολικές νίκες, όπως στη Ρουμπέ, αλλά η εκλογική της εμβέλεια παραμένει περιορισμένη. Στον αντίποδα, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι μακρονικοί κεντρώοι, αν και έχασαν σε μητροπολιτικά κέντρα όπως το Παρίσι και η Λυών, κατέκτησαν πρώην αριστερά προπύργια. Θεωρητικά, ένα ενιαίο μπλοκ κέντρου–κεντροδεξιάς θα μπορούσε να αναχαιτίσει το RN, προϋποθέτοντας όμως συμφωνία σε κοινό υποψήφιο.
Ιταλία, Σλοβενία, Ουγγαρία, Δανία: Ενδείξεις κόπωσης του σκληρού λαϊκισμού
Στην Ιταλία, η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, στενά συνδεδεμένη πολιτικά με τον Ντόναλντ Τραμπ, ηττήθηκε σε υψηλού ρίσκου δημοψήφισμα για τη δικαστική μεταρρύθμιση, το οποίο λειτούργησε ως de facto ψήφος εμπιστοσύνης. Η συμμετοχή ήταν εξαιρετικά υψηλή, ενώ το 61% των νέων 18–34 ετών ψήφισε κατά. Παρότι η ήττα δεν έχει άμεσα θεσμικά αποτελέσματα, πλήττει το αφήγημα της πολιτικής της αήττητης και δυσκολεύει αλλαγές στον εκλογικό νόμο που θα μπορούσαν να την ευνοήσουν.
Στη Σλοβενία, ο κεντροαριστερός Ρόμπερτ Γκολόμπ επικράτησε οριακά του εθνικιστή Γιάνεζ Γιάνσα, ενώ στην Ουγγαρία ο Βίκτορ Όρμπαν, παρά την έντονη στήριξη ευρωπαίων λαϊκιστών και του ίδιου του Τραμπ, αντιμετωπίζει πλέον ρεαλιστικό κίνδυνο απώλειας της εξουσίας.
Στη Δανία, οι Σοσιαλδημοκράτες κατέγραψαν το χειρότερο αποτέλεσμα 120 ετών, αλλά παραμένουν μακράν πρώτο κόμμα, με τη Μέτε Φρεντέρικσεν να έχει τη δυνατότητα σχηματισμού νέας κυβέρνησης υπό τον «κόκκινο συνασπισμό». Το ακροδεξιό Λαϊκό Κόμμα Δανίας ανέκαμψε, αλλά παραμένει πολύ χαμηλότερα από τα προ του 2019 επίπεδά του. Η σκληρή στάση της Φρεντέρικσεν απέναντι στον Τραμπ –ιδίως στο ζήτημα της Γροιλανδίας– και η απόρριψη του αμερικανικού τύπου λαϊκισμού ίσως να έχουν συμβάλει σε αυτό που ορισμένοι ερμηνεύουν ως πολιτικό «αντίκτυπο Τραμπ».
Σχόλιο
: Η εικόνα που αναδύεται δεν είναι ήττα της άκρας δεξιάς, αλλά τέλος της ψευδαίσθησης παντοδυναμίας της. Ο «τραμπισμός» ως μοντέλο εξουσίας φαίνεται να προκαλεί και αντίδραση, ιδίως σε νεότερες ηλικίες και αστικά κέντρα. Για τα ευρωπαϊκά κεντρώα και προοδευτικά κόμματα, το μήνυμα είναι διπλό: χωρίς ενότητα και αξιόπιστες, μετριοπαθείς ηγεσίες, η άκρα δεξιά παραμένει απειλή· με στρατηγικές συμμαχίες και καθαρή απόσταση από τον τοξικό λαϊκισμό, μπορεί να ανακοπεί ακόμη και σε περιβάλλον κοινωνικής ανασφάλειας.






