Η κλιμάκωση μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν μετατρέπει την Ευρώπη από παρατηρητή σε άμεσο αποδέκτη κινδύνων. Βάσεις και υποδομές στη Μεσόγειο καθιστούν την ήπειρο εκτεθειμένη σε στρατιωτικά και ενεργειακά πλήγματα.
Η κλιμακούμενη αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν μεταφέρει το επίκεντρο της ασφάλειας από τη Μέση Ανατολή στην ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο. Όπως υπογράμμισε ο Ian Lesser, Distinguished Fellow στο German Marshall Fund of the United States, σε συνέντευξή του στο France 24, «η Ευρώπη δεν είναι απλώς ενδιαφερόμενος παράγοντας στην κρίση, αλλά εκτεθειμένη στις συνέπειές της», καθώς η ιρανική εμβέλεια μπορεί να πλήξει βάσεις και στόχους στη Μεσόγειο.
Η γεωγραφία της Μεσογείου και η στρατιωτική έκθεση της Ευρώπης
Η παρουσία αμερικανικών, βρετανικών και νατοϊκών βάσεων σε Κύπρο, Ελλάδα, Ιταλία και άλλες μεσογειακές χώρες μετατρέπει την Ευρώπη σε δυνητικό πεδίο αντιποίνων. Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα δείξει ότι μπορεί να επιχειρεί με πυραύλους και drones σε μεγάλες αποστάσεις, ενώ η εμπλοκή φιλοϊρανικών παραστρατιωτικών οργανώσεων σε Συρία, Ιράκ και Λίβανο δημιουργεί ένα πλέγμα έμμεσων απειλών γύρω από την ευρωπαϊκή περιφέρεια.
Η πρόσφατη επίθεση σε βρετανική βάση στην Κύπρο –την οποία ευρωπαίοι αναλυτές περιγράφουν ως «καμπανάκι» για περαιτέρω κλιμάκωση– ενισχύει την εκτίμηση ότι η Ευρώπη είναι «πολύ πιθανό» να παρασυρθεί βαθύτερα στη σύγκρουση. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στη συμμαχική αλληλεγγύη προς ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο και στην ανάγκη αποφυγής άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής που θα την καταστήσει κύριο στόχο ιρανικών αντιποίνων.
Ενεργειακό και οικονομικό σοκ στον ευρωπαϊκό χώρο
Πέρα από τη διάσταση της ασφάλειας, μια γενικευμένη σύγκρουση με το Ιράν θα έχει βαρύτατες οικονομικές επιπτώσεις για την Ευρώπη. Η Τεχεράνη διατηρεί ικανότητα να αποσταθεροποιήσει τις θαλάσσιες οδούς στο Στενό του Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και εμπορευμάτων. Για μια ήπειρο που ήδη δοκιμάστηκε από την ενεργειακή κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ένα νέο σοκ στις τιμές ενέργειας θα μπορούσε να επιβραδύνει την ανάπτυξη, να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό και να εντείνει τις κοινωνικές πιέσεις.
Παράλληλα, η ανάγκη ενίσχυσης της αντιαεροπορικής άμυνας, της προστασίας κρίσιμων υποδομών και της στρατιωτικής παρουσίας στη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ θα αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες, πιέζοντας περαιτέρω ήδη επιβαρυμένους προϋπολογισμούς. Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα σύνθετο τρίγωνο: ασφάλεια, ενέργεια, δημοσιονομική σταθερότητα.
Διπλωματικό δίλημμα και στρατηγική αυτονομία
Η κρίση αναδεικνύει και το χρόνιο στρατηγικό δίλημμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: πόση αυτονομία μπορεί να αποκτήσει έναντι των ΗΠΑ σε ζητήματα ασφάλειας, όταν βασίζεται σε αμερικανική πυρηνική ομπρέλα και νατοϊκές δομές; Από τη μία, οι Βρυξέλλες επιχειρούν να διατηρήσουν δίαυλους με την Τεχεράνη, ιδίως γύρω από το πυρηνικό της πρόγραμμα. Από την άλλη, η πολιτική και στρατιωτική πραγματικότητα ωθεί τα κράτη-μέλη σε στενότερη στοίχιση με την Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει τη σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ–Ιράν ως «μακρινή» κρίση στη Μέση Ανατολή. Η γεωγραφία της Μεσογείου, η ενεργειακή εξάρτηση και η πυκνή παρουσία στρατιωτικών υποδομών καθιστούν την ήπειρο άμεσο εμπλεκόμενο – και όχι απλό θεατή.
Σχόλιο
: Η ευρωπαϊκή ηγεσία φαίνεται αιφνιδιασμένη από το πόσο γρήγορα η Μέση Ανατολή μετατρέπεται σε εσωτερικό ζήτημα ασφάλειας για την ήπειρο. Η απουσία ενιαίας στρατηγικής –από την αμυντική ολοκλήρωση μέχρι την ενεργειακή διαφοροποίηση– αφήνει την Ευρώπη να αντιδρά αποσπασματικά σε κρίσεις που πλέον την αγγίζουν άμεσα. Χωρίς ταχεία εμβάθυνση της κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, η Ένωση κινδυνεύει να παραμείνει όμηρος εξελίξεων που διαμορφώνονται αλλού.






