Τρεις Βρετανοί πολίτες, θύματα βομβιστικών επιθέσεων του IRA, απέσυραν αιφνιδιαστικά την αστική αγωγή τους κατά του πρώην ηγέτη του Σιν Φέιν Τζέρι Άνταμς. Η υπόθεση, που παρακολουθούνταν στενά σε Λονδίνο και Μπέλφαστ, επανέφερε στο προσκήνιο τις σκοτεινές πτυχές των «Ταραχών» στη Βόρεια Ιρλανδία.
Με μια αιφνιδιαστική κίνηση, τρία θύματα βομβιστικών επιθέσεων του Προσωρινού Ιρλανδικού Ρεπουμπλικανικού Στρατού (IRA) στην Αγγλία απέσυραν την αστική αγωγή αποζημίωσης που είχαν καταθέσει κατά του πρώην προέδρου του Σιν Φέιν, Τζέρι Άνταμς. Η υπόθεση εκδικαζόταν στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου και επρόκειτο να ολοκληρωθεί, όταν η πλευρά των εναγόντων ανακοίνωσε ότι διακόπτει τη διαδικασία.
Οι κατηγορίες, το νομικό επιχείρημα και η αιφνίδια αναδίπλωση
Οι τρεις άνδρες, θύματα των βομβιστικών επιθέσεων στο Old Bailey το 1973, στα Docklands του Λονδίνου το 1996 και στο εμπορικό κέντρο Arndale στο Μάντσεστερ το 1996, κατηγορούσαν τον Άνταμς ότι ήταν «άμεσα υπεύθυνος και συμμέτοχος» στις αποφάσεις του IRA να πλήξει στόχους στο βρετανικό έδαφος. Υποστήριζαν ότι εκείνη την περίοδο ήταν ηγετικό στέλεχος, ακόμη και μέλος του Army Council του Προσωρινού IRA.
Η αγωγή είχε κυρίως συμβολικό χαρακτήρα, καθώς ζητούσαν αποζημίωση ύψους 1 λίρας στερλίνας (περίπου 1,33 δολάρια), επιχειρώντας όμως να κατοχυρώσουν δικαστικά την ευθύνη του Άνταμς. Ο δικηγόρος του πρώην ηγέτη του Σιν Φέιν αντέτεινε ότι η διαδικασία μετατρεπόταν σε μια «δημόσια έρευνα από την πίσω πόρτα», κάτι που συνιστά, όπως είπε, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Μετά από νυχτερινές εξελίξεις και έντονη αντιπαράθεση για το ζήτημα της «κατάχρησης διαδικασίας», η συνήγορος των εναγόντων ανακοίνωσε ότι οι πελάτες της διακόπτουν την αγωγή. Διευκρίνισε ότι δεν θα επιβαρυνθούν με τα δικαστικά έξοδα της πλευράς Άνταμς, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τους λόγους της υπαναχώρησης.
Η στάση του Άνταμς και η βαριά κληρονομιά των «Ταραχών»
Ο 77χρονος Τζέρι Άνταμς χαρακτήρισε την εξέλιξη «κατηγορηματικό τέλος» σε μια υπόθεση που, όπως είπε, «δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε ασκηθεί». Επανέλαβε ότι δεν είχε «καμία απολύτως εμπλοκή» στις συγκεκριμένες επιθέσεις και ότι δεν υπήρξε ποτέ μέλος του Προσωρινού IRA, παρότι επί δεκαετίες θεωρείται από πολλούς ο πολιτικός εκφραστής του ρεπουμπλικανικού κινήματος.
Ο ίδιος δήλωσε ότι παρέστη στη δίκη «από σεβασμό προς τα θύματα» αλλά και για να υπερασπιστεί τον εαυτό του «απέναντι σε συκοφαντίες και ψευδείς κατηγορίες». Τόνισε ότι «δεν υπερασπίζεται όλες τις ενέργειες του IRA», αλλά «επιμένει στη νομιμότητα του ρεπουμπλικανικού αγώνα και στο δικαίωμα του ιρλανδικού λαού στην ελευθερία και την αυτοδιάθεση».
Η υπόθεση είχε ιδιαίτερο βάρος, καθώς ήταν η πρώτη φορά που ο Άνταμς κατέθετε σε αγγλικό δικαστήριο για τον ρόλο του στην περίοδο των «Ταραχών» – της τριακονταετούς σύγκρουσης μεταξύ ρεπουμπλικανών, φιλοβρετανών παραστρατιωτικών και βρετανικών δυνάμεων. Από εμβληματικό πρόσωπο του αγώνα κατά της βρετανικής κυριαρχίας στη Βόρεια Ιρλανδία, ο Άνταμς εξελίχθηκε σε κεντρικό αρχιτέκτονα της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής το 1998, που άνοιξε τον δρόμο για τη σημερινή, έστω εύθραυστη, ειρηνική συνύπαρξη.
Παρότι η αγωγή έκλεισε χωρίς ουσιαστική δικαστική κρίση επί της ουσίας, η υπόθεση υπενθυμίζει πόσο ανοικτές παραμένουν οι πληγές για τα θύματα και τις οικογένειές τους. Δείχνει επίσης τα όρια των αστικών διαδικασιών ως εργαλείου «έμμεσης δικαίωσης» για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο πολιτικής βίας, σε μια περίοδο όπου η Βόρεια Ιρλανδία προσπαθεί ακόμη να ισορροπήσει ανάμεσα στη μνήμη, τη δικαιοσύνη και τη σταθερότητα.
Σχόλιο
: Η απόσυρση της αγωγής αποτρέπει ένα ιδιαίτερα διχαστικό προηγούμενο, όπου τα πολιτικά πρόσωπα της ειρηνευτικής διαδικασίας θα κρίνονταν, δεκαετίες μετά, μέσω αστικών αγωγών για πράξεις ένοπλων οργανώσεων. Ωστόσο, αφήνει αναπάντητο το αίτημα πολλών θυμάτων για πιο ουσιαστική λογοδοσία, αναδεικνύοντας το διαχρονικό δίλημμα ανάμεσα στην ανάγκη συμφιλίωσης και την αξίωση δικαιοσύνης σε μετασυγκρουσιακές κοινωνίες.






