Ο Κιρ Στάρμερ προειδοποιεί ότι η κλιμάκωση της σύρραξης με το Ιράν μπορεί να πλήξει άμεσα την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι τιμές ενέργειας και καυσίμων ανεβαίνουν, αναζωπυρώνοντας τον φόβο νέου κύματος πληθωρισμού.
Η κλιμάκωση του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν και η εκτόξευση των διεθνών τιμών ενέργειας αναγκάζουν το Λονδίνο να περάσει σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής. Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, σε παρέμβασή του από κοινοτικό κέντρο στο Λονδίνο, προειδοποίησε ότι όσο παρατείνεται η σύγκρουση τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ουσιαστικού πλήγματος στην οικονομία και στο βιοτικό επίπεδο των Βρετανών.
Πίεση από άλμα σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Η ανησυχία των αγορών για παρατεταμένη διαταραχή στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας έχει ήδη οδηγήσει το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές φυσικού αερίου στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτινάχθηκαν. Το σημείο αναφοράς για το βρετανικό φυσικό αέριο έφτασε περίπου τις 158 πένες ανά θερμική μονάδα, από 80 πένες πριν δύο εβδομάδες – επίπεδο μεν πολύ χαμηλότερο από τα άνω των 600 πενών της κρίσης της Ουκρανίας, αλλά επαρκές για να ξυπνήσει μνήμες ενεργειακού σοκ.
Οι εξελίξεις κινητοποίησαν την Ομάδα των Επτά (G7), που συγκαλεί έκτακτη συνεδρίαση για να αξιολογήσει τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου και πιθανά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου. Η βρετανίδα υπουργός Οικονομικών αναμένεται να συμμετάσχει στις συνομιλίες, με την αγορά να αναζητά ενδείξεις συντονισμένης παρέμβασης.
Η ανθεκτικότητα της οικονομίας και ο ρόλος του ενεργειακού πλαφόν
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η βρετανική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη θέση για να αντέξει ένα νέο σοκ προσφοράς σε σχέση με το 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκτόξευσε τις τιμές. Τότε, η συντηρητική κυβέρνηση αναγκάστηκε να δαπανήσει περίπου 44 δισ. λιρών σε προγράμματα στήριξης λογαριασμών ενέργειας.
Η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει δεσμευθεί σε αντίστοιχο πακέτο. Αντιτείνει ότι το ανώτατο όριο τιμών (energy price cap) λειτουργεί ως ανάχωμα, προστατεύοντας τα νοικοκυριά με κυμαινόμενα τιμολόγια τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο, οπότε θα επανακαθοριστεί. Μάλιστα, πριν ξεσπάσει η σύγκρουση με το Ιράν, ο ρυθμιστής Ofgem είχε ανακοινώσει μείωση του πλαφόν κατά περίπου 7% από τον Απρίλιο, κίνηση που τώρα απειλείται από τις νέες ανοδικές πιέσεις.
Ωστόσο, οι άμεσες αυξήσεις αναμένεται να φανούν γρήγορα στα πρατήρια καυσίμων, ενώ ένα νέο κύμα πληθωρισμού μπορεί να περάσει στην τροφή, στα βιομηχανικά χημικά και στο κόστος μεταφορών, επηρεάζοντας οριζόντια επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Πολιτική αντιπαράθεση και αμερικανική πίεση
Στο εσωτερικό, η συντηρητική ηγέτις Κέμι Μπάντενοκ κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι κινδυνεύει να αντιδράσει «αργά» στην κρίση κόστους ζωής, ζητώντας δέσμευση για μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, που αναμένεται να αυξηθεί τον Σεπτέμβριο. Παρουσίασε μάλιστα ένα «σχέδιο φθηνής ενέργειας» της αντιπολίτευσης, με κατάργηση στόχων μηδενικού ισοζυγίου εκπομπών και εντατικοποίηση εξορύξεων φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα.
Στο διεθνές πεδίο, η σχέση Λονδίνου–Ουάσινγκτον δέχεται πίεση. Ο Ντόναλντ Τραμπ, μέσω κοινωνικών δικτύων, χαρακτήρισε τις βραχυπρόθεσμες αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου «μικρό τίμημα» για την «ασφάλεια και ειρήνη» των ΗΠΑ και του κόσμου, εκφράζοντας παράλληλα δυσαρέσκεια για την άρνηση του Λονδίνου να παραχωρήσει βρετανικές βάσεις για τις αρχικές επιθετικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Ο Βρετανός πρωθυπουργός απάντησε ότι οι δύο χώρες «συνεργάζονται όπως πάντα», αλλά ότι «οι αποφάσεις για το τι είναι προς το συμφέρον της Βρετανίας ανήκουν στον πρωθυπουργό της Βρετανίας».
Παρά τις διαβεβαιώσεις, ο ίδιος αναγνώρισε ανοικτά την ανησυχία της κοινωνίας: «Όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα επιπτώσεων στην οικονομία, στις ζωές και στα νοικοκυριά όλων», σημείωσε, υποσχόμενος ότι η κυβέρνηση «προσπαθεί να μείνει ένα βήμα μπροστά», αξιολογώντας και μετριάζοντας τους κινδύνους σε συνεργασία με τους διεθνείς εταίρους.
Σχόλιο
: Η βρετανική κυβέρνηση επιχειρεί λεπτή ισορροπία: να αποφύγει μια δαπανηρή επανάληψη των επιδοτήσεων της περιόδου Ουκρανίας, διατηρώντας ταυτόχρονα κοινωνική ηρεμία και διεθνή αξιοπιστία. Αν ο πόλεμος με το Ιράν παραταθεί, το Λονδίνο θα βρεθεί μπροστά σε σκληρά διλήμματα μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενεργειακής ασφάλειας και πολιτικού κόστους, με τις αποφάσεις του να λειτουργούν ως βαρόμετρο για όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες που εξαρτώνται από τις διεθνείς τιμές ενέργειας.






