Η κυβέρνηση Τραμπ αναπτύσσει πράκτορες της ICE σε πάνω από δώδεκα αεροδρόμια για να αντιμετωπίσει τεράστιες ουρές ασφαλείας λόγω μερικού shutdown. Η κίνηση προκαλεί ανησυχία για κατάχρηση εξουσίας και κλιμάκωση της έντασης με τους ταξιδιώτες.
Η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε στην ανάπτυξη ομοσπονδιακών πρακτόρων Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) σε περισσότερα από δώδεκα αεροδρόμια των ΗΠΑ, με στόχο –όπως υποστηρίζει– την αποσυμφόρηση των ουρών ασφαλείας που έχουν διογκωθεί λόγω μερικού ομοσπονδιακού shutdown από τις 14 Φεβρουαρίου. Η απόφαση της διοίκησης Τραμπ έχει ήδη προκαλέσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς η ICE συνδέεται με ιδιαίτερα επιθετικές πρακτικές μεταναστευτικής επιβολής.
Shutdown, TSA και εργαζόμενοι χωρίς μισθό
Το παρατεταμένο μερικό κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έχει αφήσει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των πρακτόρων της Υπηρεσίας Ασφάλειας Μεταφορών (TSA), να εργάζονται χωρίς μισθό. Η έλλειψη προσωπικού στα σημεία ελέγχου πριν τις πύλες επιβίβασης έχει οδηγήσει σε ουρές πολλών ωρών, όπως καταγράφεται σε βίντεο που αναρτούν επιβάτες στα κοινωνικά δίκτυα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο επικεφαλής για τα σύνορα της κυβέρνησης Τραμπ, Τομ Χόμαν, δήλωσε ότι πράκτορες της ICE θα μετακινηθούν από τα συνήθη καθήκοντά τους για να συνδράμουν στα αεροδρόμια με τα μεγαλύτερα προβλήματα. Ωστόσο, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι οι λεπτομέρειες του σχεδίου παραμένουν υπό διαμόρφωση, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα για το πώς ακριβώς θα αξιοποιηθούν οι πράκτορες σε ένα περιβάλλον πολιτών και ταξιδιωτών, και όχι στα σύνορα ή σε επιχειρήσεις στο εσωτερικό.
Συλλήψεις σε πύλες επιβίβασης και φόβοι για κατάχρηση
Την ώρα που η Ουάσιγκτον συζητά την επιχειρησιακή διάσταση της απόφασης, εικόνες από το πεδίο δείχνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Σε βίντεο από το αεροδρόμιο του Σαν Φρανσίσκο εμφανίζονται άνδρες με πολιτικά, που αρνούνται να ταυτοποιηθούν, να συλλαμβάνουν άτομο –μαζί με ένα παιδί– μετά τον έλεγχο ασφαλείας, στην περιοχή των πυλών. Άλλο βίντεο από διαφορετική γωνία, αναρτημένο στο Reddit, επιβεβαιώνει το περιστατικό. Μέχρι στιγμής, η ICE δεν έχει απαντήσει σε ερωτήματα για τη φύση και τη νομιμότητα της σύλληψης.
Αντίστοιχες παρουσίες πρακτόρων ICE έχουν καταγραφεί, σύμφωνα με δημοσιογραφικές αναφορές, στα αεροδρόμια της Ατλάντα, του Νιούαρκ, της Νέας Ορλεάνης, στο JFK της Νέας Υόρκης, αλλά και σε Σικάγο, Κλίβελαντ, Χιούστον, Φοίνιξ και Σαν Χουάν. Η γεωγραφική διασπορά δείχνει ότι πρόκειται για συντονισμένη, πανεθνική ανάπτυξη και όχι για μεμονωμένες κινήσεις τοπικών υπηρεσιών.
Πολιτική σύγκρουση και ψηφιακή επιτήρηση
Οι Δημοκρατικοί αξιοποιούν την ευκαιρία για να ζητήσουν συνολική αναθεώρηση των πρακτικών της ICE, επικαλούμενοι καταγγελίες για κακομεταχείριση και ακόμη και τη θανάτωση δύο Αμερικανών πολιτών νωρίτερα μέσα στο έτος. Οργανώσεις πολιτικών ελευθεριών προειδοποιούν ότι η παρουσία της υπηρεσίας σε χώρους όπου συγκεντρώνονται πολίτες, όπως τα αεροδρόμια, θα ενισχύσει το κλίμα φόβου και θα αποθαρρύνει τη νόμιμη μετακίνηση μεταναστών και μειονοτήτων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το τεχνολογικό οπλοστάσιο της ICE. Η υπηρεσία είναι γνωστό ότι χρησιμοποιεί εφαρμογές αναγνώρισης προσώπου, εργαλεία ξεκλειδώματος κινητών τηλεφώνων και δεδομένα τοποθεσίας που συλλέγονται από εφαρμογές και παιχνίδια, προκειμένου να εντοπίζει και να παρακολουθεί άτομα-στόχους. Η μεταφορά τέτοιων πρακτικών σε ένα ήδη υπερ-παρακολουθούμενο περιβάλλον, όπως τα αεροδρόμια, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την προστασία της ιδιωτικότητας και τα όρια της κρατικής επιτήρησης.
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά πώς ένα δημοσιονομικό αδιέξοδο –το shutdown– μπορεί να αξιοποιηθεί για την επέκταση αρμοδιοτήτων υπηρεσιών ασφαλείας, με τρόπο που ξεπερνά την αρχική, στενά τεχνική δικαιολόγηση περί «μείωσης των ουρών».
Σχόλιο
: Η ανάπτυξη της ICE στα αεροδρόμια λειτουργεί ως stress test για τα όρια μεταξύ ασφάλειας, μεταναστευτικής πολιτικής και πολιτικών ελευθεριών. Πέρα από το πρόσκαιρο ζήτημα των ουρών, η πραγματική μάχη διεξάγεται γύρω από την κανονικοποίηση της ψηφιακής και φυσικής επιτήρησης σε κρίσιμες υποδομές μεταφορών, με δυνητικές συνέπειες τόσο για τα ανθρώπινα δικαιώματα όσο και για τις διεθνείς ροές ταξιδιωτών και επιχειρηματιών.






