Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ έκλεισε, χωρίς καμία δίωξη, την τετραετή έρευνά της για τη Faraday Future. Η απόφαση προκαλεί ερωτήματα για την κατεύθυνση της εποπτείας στα SPAC και στις νεοφυείς εταιρείες ηλεκτρικών οχημάτων.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC) έκλεισε, χωρίς να επιβάλει καμία μορφή επιβολής ή άλλες ενέργειες, την έρευνα σχεδόν τεσσάρων ετών σε βάρος της εταιρείας ηλεκτρικών οχημάτων Faraday Future. Η εξέλιξη αυτή έρχεται παρά το γεγονός ότι τα στελέχη της υπηρεσίας είχαν ήδη εισηγηθεί, το 2025, την άσκηση δίωξης, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το TechCrunch.
Τετραετής έρευνα, Wells Notices και τελικά καμία δίωξη
Η SEC διερευνούσε αν η Faraday Future προέβη σε «ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις» κατά τη δημόσια εισαγωγή της μέσω συγχώνευσης με SPAC το 2021, καθώς και εάν υπήρξε σκηνοθετημένη εικόνα πωλήσεων για το πρώτο της μοντέλο FF91 το 2023, όπως κατήγγειλαν τουλάχιστον τρεις πρώην εργαζόμενοι-μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η SEC απέστειλε πολλαπλές κλήσεις (subpoenas) και έλαβε καταθέσεις από πρώην στελέχη και εργαζόμενους, ενώ τον Ιούλιο του 2025 η Faraday Future και βασικά στελέχη της, συμπεριλαμβανομένου του ιδρυτή Jia Yueting, έλαβαν επιστολές «Wells Notice». Οι επιστολές αυτές αποστέλλονται όταν το προσωπικό της SEC έχει καταλήξει σε προκαταρκτική εισήγηση για άσκηση δίωξης.
Παρά την ιδιαίτερα υψηλή πιθανότητα –περίπου 85% σύμφωνα με μελέτη του Wharton– ότι μια Wells Notice οδηγεί τελικά σε δικαστική αντιπαράθεση με την SEC, η υπόθεση Faraday Future αποτελεί εξαίρεση. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι η SEC ενημέρωσε τόσο την ίδια όσο και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ότι δεν θα ληφθούν μέτρα κατά της εταιρείας ή των στελεχών της. Ο Jia δήλωσε πως η εταιρεία μπορεί πλέον «να αφιερώσει όλη της την ενέργεια στην εκτέλεση της στρατηγικής της», υπογραμμίζοντας το κόστος χρόνου και πόρων που απαιτήθηκε για τη συνεργασία με τις αρχές τα τελευταία πέντε χρόνια.
SPAC, διακυβέρνηση και η ευρύτερη εικόνα στον κλάδο EV
Η Faraday Future, ιδρυθείσα στην Καλιφόρνια το 2014, υπήρξε από τα πιο φιλόδοξα –και αμφιλεγόμενα– εγχειρήματα στον χώρο των ηλεκτρικών οχημάτων, επιχειρώντας να τοποθετηθεί ως «επόμενη Tesla». Η δημόσια εισαγωγή της μέσω SPAC το 2021, με άντληση περίπου 1 δισ. δολαρίων, συνοδεύτηκε από κατηγορίες για παραπλανητικές δηλώσεις σχετικά με τον πραγματικό ρόλο και τον έλεγχο του Jia στην εταιρεία, καθώς και για συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων δανείων από χαμηλόβαθμους εργαζόμενους με δεσμούς προς τον ιδρυτή.
Οι εντάσεις στο διοικητικό συμβούλιο, οι εσωτερικές έρευνες με συμμετοχή εξωτερικών νομικών και λογιστικών οίκων, αλλά και η εμπλοκή του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (μέσω αιτημάτων παροχής πληροφοριών) ανέδειξαν ένα περίπλοκο πλέγμα εταιρικής διακυβέρνησης, χρηματοδότησης και ισχύος. Παρά την τωρινή «απαλλαγή» από την SEC, η Faraday Future εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές επιχειρηματικές δυσκολίες: περιορισμένες πραγματικές πωλήσεις του FF91, στροφή σε εισαγόμενα βαν από την Κίνα και λευκής ετικέτας ρομπότ, ακόμη και εμπλοκή σε επενδύσεις στον χώρο των κρυπτονομισμάτων.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία έλαβε πρόσφατα ειδοποίηση από το Nasdaq ότι η μετοχή της έχει υποχωρήσει κάτω από το όριο του 1 δολαρίου, κάτι που, αν δεν διορθωθεί, μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή από το ταμπλό. Σε ευρύτερο επίπεδο, η υπόθεση φωτίζει τη μεταβαλλόμενη στάση της SEC απέναντι στα SPAC και τις νεοφυείς επιχειρήσεις EV: ενώ η Επιτροπή έχει ερευνήσει σχεδόν όλες τις σχετικές εισαγωγές των τελευταίων έξι ετών και συνήθως καταλήγει σε συμβιβασμούς, καταγράφεται ιστορική πτώση στον αριθμό συνολικών ενεργειών επιβολής κατά εισηγμένων εταιρειών.
Η απόφαση για τη Faraday Future, μετά και το κλείσιμο ερευνών σε Lucid και Fisker, τροφοδοτεί τη συζήτηση για το κατά πόσο η αμερικανική εποπτεία σκληραίνει ή, αντιθέτως, επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή σε έναν κλάδο που έχει ήδη καεί από υπερβολικές υποσχέσεις και αποτυχημένα επιχειρηματικά μοντέλα.
Σχόλιο
: Η μη άσκηση δίωξης δεν ισοδυναμεί με δικαίωση του επιχειρηματικού μοντέλου της Faraday Future. Αντίθετα, αποκαλύπτει τα όρια της ρυθμιστικής παρέμβασης όταν οι παραπλανητικές πρακτικές «φιλτράρονται» μέσα από περίπλοκες δομές SPAC και σχετιζόμενων συναλλαγών. Για τους επενδυτές, ειδικά σε αγορές όπως η ελληνική, το μήνυμα είναι σαφές: η νομική έκβαση στις ΗΠΑ δεν αναιρεί τον κίνδυνο εταιρικής διακυβέρνησης. Η προσεκτική ανάγνωση ισολογισμών, η κατανόηση των κινήτρων των ιδρυτών και η δυσπιστία απέναντι σε υπερβολικά αφηγήματα παραμένουν η καλύτερη άμυνα σε έναν κλάδο όπου το hype συχνά προηγείται της πραγματικής αξίας.






