Πρώην διευθυντής για το Ιράν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ προβλέπει παρατεταμένο πόλεμο χωρίς σαφή διέξοδο. Προειδοποιεί για νέα κλιμάκωση και βαθύτερους κραδασμούς στις αγορές ενέργειας και ναυτιλίας.
Ένας από τους πλέον έμπειρους πρώην αξιωματούχους της αμερικανικής διοίκησης στο ιρανικό ζήτημα, ο Νέιτ Σουάνσον, προειδοποιεί ότι ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν οδεύει προς παρατεταμένη κλιμάκωση, χωρίς ορατό διπλωματικό «φρένο». Ο Σουάνσον, που υπηρέτησε σχεδόν δύο δεκαετίες στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και διετέλεσε διευθυντής για το Ιράν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, είχε προβλέψει με εντυπωσιακή ακρίβεια την ιρανική αντίδραση πριν από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς.
Η προειδοποίηση που επαληθεύτηκε και η απουσία «εξόδου»
Σε άρθρο του στα τέλη Φεβρουαρίου, ο Σουάνσον υποστήριζε ότι η Τεχεράνη δεν θα υποχωρούσε μετά από αμερικανική αεροπορική εκστρατεία, αλλά αντιθέτως θα κλιμάκωνε, πλήττοντας τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και τη διεθνή ναυτιλία. Αυτό ακριβώς συνέβη: η Ισλαμική Δημοκρατία προχώρησε σε διάσπαρτες επιθέσεις κατά ενεργειακών στόχων στην περιοχή και αξιοποίησε την απειλή κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ για να περιορίσει τη διέλευση πλοίων.
Μιλώντας πλέον ως ιδιώτης, ο Σουάνσον εκτιμά ότι τόσο η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ όσο και η ιρανική ηγεσία είναι «παράλογα βέβαιες» για τη θέση τους. Κατά την άποψή του, καμία πλευρά δεν αναζητά σοβαρά έναν ρεαλιστικό συμβιβασμό, γεγονός που παρατείνει τον πόλεμο και αυξάνει τον κίνδυνο νέων, πιο επικίνδυνων φάσεων – συμπεριλαμβανομένων χερσαίων επιχειρήσεων που, όπως λέει, ο Λευκός Οίκος εξετάζει.
Αγορές, ενέργεια και ναυτιλία στο επίκεντρο
Κεντρικό στοιχείο της ανάλυσης του Σουάνσον είναι ότι η Τεχεράνη έχει ανακαλύψει έναν πιο «έξυπνο» τρόπο να αξιοποιεί τα Στενά του Ορμούζ ως εργαλείο πίεσης: όχι με πλήρες κλείσιμο, που θα έπληττε και τη δική της οικονομία, αλλά με ελεγχόμενη αποσταθεροποίηση της ροής, ώστε να διατηρεί επιρροή στις τιμές και στα ναυτιλιακά ρίσκα. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, τις ασφαλιστικές καλύψεις πλοίων και το κόστος μεταφοράς, επηρεάζοντας εμμέσως και ευρωπαϊκές οικονομίες όπως η ελληνική, με ισχυρή ναυτιλιακή έκθεση.
Ο πρώην αξιωματούχος θεωρεί ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να πιστεύει πως η στρατιωτική υπεροχή θα οδηγήσει την Τεχεράνη σε πολιτική υποχώρηση, κάτι που, όπως τονίζει, δεν συμβαίνει. Αντίθετα, το ιρανικό καθεστώς μπορεί να ορίσει «νίκη» απλώς μέσω της επιβίωσής του, παρά τις απώλειες. Την ίδια στιγμή, προβλέπει ότι ο μόνος παράγοντας που ίσως ωθήσει τον Αμερικανό πρόεδρο σε αποκλιμάκωση είναι οι αντιδράσεις των αγορών και το μέγεθος του οικονομικού κόστους.
Διπλωματικό αδιέξοδο και κίνδυνος στρατηγικού λάθους
Στο μέτωπο των διαπραγματεύσεων, ο Σουάνσον εμφανίζεται ιδιαίτερα απαισιόδοξος. Υπενθυμίζει ότι η Τεχεράνη έχει ήδη απορρίψει τις τρέχουσες προτάσεις, τις οποίες αντιμετωπίζει ως επανάληψη προηγούμενων, και θεωρεί πως βρίσκεται σε θέση ισχύος ώστε να θέτει η ίδια τους όρους. Από αμερικανικής πλευράς, εντοπίζει σύγχυση στόχων και αυξανόμενη υποταγή στις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, με σκληρές «κόκκινες γραμμές» που περιορίζουν τον χώρο συμβιβασμού.
Κατά τη δική του σύνοψη προς τον Τραμπ, αν βρισκόταν ακόμη στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, το δίλημμα είναι ωμό: «Ή θα κλιμακώσετε ή θα συμβιβαστείτε». Η πεποίθησή του είναι ότι οι δύο πλευρές υποτιμούν τους κινδύνους παρατεταμένης σύγκρουσης, με τον πραγματικό λογαριασμό να μεταφέρεται στους πληθυσμούς – ιδίως στον ιρανικό, που όπως σημειώνει παραμένει βαθιά διχασμένος και σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένος στο περιθώριο, απλώς προσπαθώντας να επιβιώσει.
Σχόλιο
: Η ανάλυση Σουάνσον φωτίζει τον πυρήνα του κινδύνου: μια σύγκρουση όπου και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι κερδίζουν, ενώ στην πραγματικότητα αποσταθεροποιούν μακροχρόνια το ενεργειακό και ναυτιλιακό σύστημα από το οποίο εξαρτάται η παγκόσμια –και η ελληνική– οικονομία. Για τις αγορές, το πραγματικό ρίσκο δεν είναι ένα θεαματικό «μεγάλο χτύπημα», αλλά ένας πόλεμος φθοράς χωρίς ορατό τέλος.






