Τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου, η Ουάσινγκτον βρίσκεται στρατηγικά πιο αδύναμη απέναντι στο Ιράν. Η Τεχεράνη αξιοποίησε το Στενό του Ορμούζ για να μετατρέψει μια φαινομενικά αδύναμη θέση σε γεωοικονομικό πλεονέκτημα.
Τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη ενός πολέμου που, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, θα διαρκούσε μόλις τέσσερις ημέρες, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε εμφανώς δυσμενέστερη θέση απέναντι στο Ιράν. Με κόστος που ήδη εκτιμάται σε 30-40 δισ. δολάρια για την Ουάσινγκτον και περίπου 300 εκατ. δολάρια ημερησίως για το Ισραήλ, ο αρχικός στόχος –μια «ολοκληρωτική και μη αναστρέψιμη» διάλυση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος– όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε, αλλά απομακρύνθηκε.
Το Στενό του Ορμούζ ως μοχλός γεωοικονομικού εκβιασμού
Κεντρικό πεδίο της αντιπαράθεσης έχει καταστεί το Στενό του Ορμούζ, ο ζωτικός θαλάσσιος διάδρομος από όπου διέρχονται καθημερινά 10-13 εκατ. βαρέλια πετρελαίου, αλλά και χημικά, μέταλλα, ήλιο και λιπάσματα. Περίπου το 95% της κίνησης έχει μπλοκαριστεί, όχι τόσο από άμεσες επιθέσεις, όσο από τον φόβο της ασφαλιστικής αγοράς και των πλοιοκτητών για ιρανικά πλήγματα.
Η Τεχεράνη, αξιοποιώντας τη γεωγραφία, στήνει ουσιαστικά ένα «διόδιο» τύπου Σουέζ: διαπραγματεύεται με κυβερνήσεις και εταιρείες τα τέλη για «ελεύθερη διέλευση» και, σύμφωνα με εκτιμήσεις, θα μπορούσε να αντλεί έως και 80 δισ. δολάρια ετησίως. Νομοσχέδιο που προωθείται στο ιρανικό κοινοβούλιο προβλέπει προνομιακή μεταχείριση για «μη εχθρικές» χώρες όπως η Ινδία, η Ιαπωνία, το Πακιστάν, η Νότια Κορέα και η Κίνα, δημιουργώντας de facto ένα ενεργειακό μπλοκ φιλικών πελατών.
Παρά τις συνεχιζόμενες αεροπορικές επιδρομές ΗΠΑ και Ισραήλ, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη αναβάλει δύο φορές την απειλή να πλήξει ιρανικούς πολιτικούς πυρηνικούς σταθμούς – ενέργεια που θα συνιστούσε έγκλημα πολέμου. Την ίδια στιγμή επιμένει ότι «το Ιράν έχει ηττηθεί», ενώ η πραγματικότητα στο πεδίο και στις αγορές δείχνει το αντίθετο.
Αγορές ενέργειας, στρατηγικό αδιέξοδο και πολιτικό κόστος
Παρά τον τεράστιο όγκο πετρελαίου που λείπει από την αγορά, η τιμή του «μαύρου χρυσού» δεν έχει εκτοξευθεί όσο θα περίμεναν αναλυτές. Ωστόσο, όπως προειδοποιούν ειδικοί στην ενέργεια, «η φυσική πραγματικότητα» της προσφοράς αργά ή γρήγορα θα επιβληθεί στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Για το Ιράν, τιμή άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι είναι αρκετή για να πλήξει τη ζήτηση και να διαταράξει την παγκόσμια οικονομία, δίνοντάς του επιπλέον διαπραγματευτική ισχύ.
Πέρα από την ενέργεια, οι διαταραχές στις ροές χημικών, μετάλλων και λιπασμάτων θυμίζουν τις αλυσίδες εφοδιασμού της πανδημίας, αναδεικνύοντας εκ νέου την ευθραυστότητα της παγκοσμιοποίησης. Αναλυτές όπως ο πρώην επικεφαλής της MI6, σερ Άλεξ Γιάνγκερ, αναγνωρίζουν ότι η Ουάσινγκτον «υποτίμησε το μέγεθος του εγχειρήματος» και έχει χάσει την πρωτοβουλία, ενώ η Τεχεράνη «έπαιξε πολύ καλά ένα αδύναμο χαρτί» με έγκαιρη διασπορά οπλικών συστημάτων και αποκέντρωση εντολών.
Σε πολιτικό επίπεδο, στις ΗΠΑ εντείνεται η ανησυχία ότι ο πόλεμος θα σφραγίσει αρνητικά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, όπως ο πόλεμος στο Ιράκ διέλυσε την κληρονομιά του Τζορτζ Μπους του νεότερου. Ρεπουμπλικανικές φωνές ζητούν απεμπλοκή, ενώ διπλωμάτες και πρώην αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι οι μέγιστες απαιτήσεις της Ουάσινγκτον –μηδενικός εμπλουτισμός ουρανίου, απομάκρυνση αποθεμάτων, περιορισμός πυραύλων, πλήρες άνοιγμα του Ορμούζ– είναι μη ρεαλιστικές.
Ταυτόχρονα, το ιρανικό καθεστώς εμφανίζεται πιο σίγουρο ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του. Ο πρόεδρος της Βουλής Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, που θεωρείται δυνητικός συνομιλητής της Ουάσινγκτον, προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε χώρα επιχειρήσει να συμβάλει στρατιωτικά στο άνοιγμα του Στενού «δεν θα γλιτώσει τίποτα».
Διεθνείς αναλυτές, από το International Crisis Group έως το International Institute for Strategic Studies, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ οδεύουν προς μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές αποτυχίες της Δύσης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με μακροχρόνιες συνέπειες για τη Μέση Ανατολή και την παγκόσμια οικονομία.
Σχόλιο
: Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν αναδεικνύει ότι η σκληρή ισχύς χωρίς ρεαλιστική στρατηγική και κατανόηση των αγορών ενέργειας παράγει αντίθετα αποτελέσματα. Η Τεχεράνη, με περιορισμένους πόρους αλλά κρίσιμο γεωγραφικό πλεονέκτημα, μετατρέπει το Στενό του Ορμούζ σε μοχλό οικονομικής και πολιτικής πίεσης, ενώ η Ουάσινγκτον παγιδεύεται ανάμεσα στην ανάγκη επίδειξης ισχύος και στον φόβο ενός παρατεταμένου, πολιτικά καταστροφικού πολέμου φθοράς.
#ΗΠΑ #Ιράν #Τραμπ #Ορμούζ #Πετρέλαιο #ΜέσηΑνατολή #Γεωπολιτική






