Ως ιστορικό σταθμό για το κράτος δικαίου χαρακτηρίζει ο Νίκος Δένδιας την τελεσίδικη καταδίκη της Χρυσής Αυγής. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας συνδέει ανοιχτά την απόφαση με τις δικές του πρωτοβουλίες το 2012-2013.
Η τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, που διατηρεί τις καταδίκες για τα ηγετικά στελέχη και μέλη της Χρυσής Αυγής, λειτουργεί πλέον ως θεσμικό ορόσημο για την ελληνική δημοκρατία. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Νίκος Δένδιας, έσπευσε να την χαρακτηρίσει «ιστορικό σταθμό για την Ελληνική Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου», υπογραμμίζοντας τον ρόλο της Δικαιοσύνης στην απογύμνωση του νεοναζιστικού μορφώματος από τον κοινοβουλευτικό του μανδύα.
Η θεσμική σημασία της απόφασης
Στον πυρήνα της δήλωσης Δένδια βρίσκεται η ανάδειξη της ικανότητας της δημοκρατικής έννομης τάξης να αυτοπροστατεύεται. «Κανένα πολιτικό πρόσχημα δεν μπορεί να καλύψει μια εγκληματική δράση», σημειώνει, περιγράφοντας με σαφήνεια το προηγούμενο που δημιουργεί η υπόθεση: ένα κόμμα με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μπορεί να κριθεί ως εγκληματική οργάνωση, όταν η δράση του υπερβαίνει τον χώρο της ιδεολογικής έκφρασης και εισέρχεται στη σφαίρα της οργανωμένης βίας.
Η απόφαση λειτουργεί έτσι ως παρακαταθήκη για τη μελλοντική αντιμετώπιση μορφωμάτων που επιχειρούν να αξιοποιήσουν τους θεσμούς της δημοκρατίας για να την υπονομεύσουν εκ των έσω. Ο Δένδιας μιλά για «παρακαταθήκη για την ελληνική δικαιϊκή τάξη και τις επόμενες γενιές», επισημαίνοντας ότι η Δικαιοσύνη επιβεβαίωσε τον ρόλο της ως πυλώνα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Η προσωπική διάσταση και το πολιτικό μήνυμα
Ο υπουργός δεν περιορίζεται σε θεσμικές αναφορές, αλλά προσδίδει και προσωπικό τόνο, κάνοντας λόγο για «δικαίωση» των προσπαθειών του ως υπουργού Δημόσιας Τάξης από τον Ιούνιο του 2012 στην κυβέρνηση Σαμαρά–Βενιζέλου. Υπενθυμίζει ότι τότε επιδίωξε να μπει τέλος στη δράση των «ταγμάτων εφόδου» της Χρυσής Αυγής, τα οποία «επιδίωκαν να επιβάλουν στην πράξη μέσω της βίας» τη ναζιστική ιδεολογία.
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η πρωτοβουλία εκείνης της περιόδου δεν ήταν πολιτικά αυτονόητη: απαιτήθηκε, όπως λέει, όχι μόνο πολιτική βούληση, αλλά και υπέρβαση των επιφυλάξεων που δημιουργούσε το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή ήταν κοινοβουλευτικό κόμμα. Με αυτή την αναφορά, ο Δένδιας επανατοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο της στρατηγικής απονομιμοποίησης της άκρας δεξιάς, σε μια συγκυρία όπου το πολιτικό σύστημα συνολικά επιχειρεί να χαράξει σαφή διαχωριστική γραμμή από τον νεοναζισμό.
Η δήλωση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας, που επιδιώκει να εμφανιστεί ως η δύναμη που, πέρα από την εκλογική ήττα της Χρυσής Αυγής, συνέβαλε αποφασιστικά και στην ποινική της καταδίκη. Ταυτόχρονα, εκπέμπεται μήνυμα προς το εσωτερικό και το εξωτερικό ότι το ελληνικό κράτος δικαίου διαθέτει πλέον θεσμικό προηγούμενο και επιχειρησιακή εμπειρία στην αντιμετώπιση βίαιων εξτρεμιστικών οργανώσεων.
Στο επίπεδο της πολιτικής σημειολογίας, η έμφαση του Δένδια στην εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη έρχεται σε μια περίοδο όπου η δημόσια συζήτηση για την ποιότητα των θεσμών είναι έντονη. Η τελεσίδικη καταδίκη της Χρυσής Αυγής αξιοποιείται ως αντίβαρο σε αφηγήματα περί αδυναμίας ή απροθυμίας του κράτους να αντιμετωπίσει οργανωμένη πολιτική βία.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Δένδια δεν είναι απλώς μια δήλωση ικανοποίησης, αλλά μια στοχευμένη επαναδιεκδίκηση πολιτικού κεφαλαίου πάνω σε ένα θέμα υψηλού θεσμικού συμβολισμού. Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να κατοχυρώσει ότι η μάχη κατά της Χρυσής Αυγής δεν ήταν συγκυριακή, αλλά προϊόν στρατηγικής επιλογής, στέλνοντας παράλληλα μήνυμα μηδενικής ανοχής σε μορφώματα που επιχειρούν να νομιμοποιήσουν τη βία μέσω της κοινοβουλευτικής παρουσίας.






