Η Dianne Wiest, δύο φορές βραβευμένη με Όσκαρ, γιορτάζει τα 78 της χρόνια με τρεις νέες ταινίες στον ορίζοντα. Μια αναδρομή στις ερμηνείες της φωτίζει πώς μια «δευτερεύουσα» ηθοποιός διαμόρφωσε τον αμερικανικό κινηματογράφο των τελευταίων δεκαετιών.
Η Dianne Wiest ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ηθοποιών που σπανίως βρίσκονται στην κορυφή της αφίσας, αλλά καθορίζουν αθόρυβα τον τόνο ολόκληρης της ταινίας. Με αφορμή τα 78α γενέθλιά της και τρεις επερχόμενες κινηματογραφικές δουλειές, η αναδρομική κατάταξη των 20 κορυφαίων ερμηνειών της λειτουργεί ως ανεπίσημη ιστορία του αμερικανικού σινεμά από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι σήμερα.
Από τον ρόλο φίλης – βοηθού στην αναγνώριση των Όσκαρ
Τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο, σε ταινίες όπως το «It’s My Turn» και το «Falling in Love», την τοποθετούν στο κλασικό καλούπι της «κολλητής» που προσφέρει συναισθηματικό αντίβαρο στις πρωταγωνίστριες. Ωστόσο, ακόμη και σε ελάχιστες σκηνές, η Wiest καταφέρνει να δώσει βάθος σε φαινομενικά δευτερεύοντες ρόλους, στοιχείο που θα γίνει σήμα κατατεθέν της καριέρας της.
Η συνεργασία της με τον Γούντι Άλεν αποδεικνύεται καταλυτική. Στο «Hannah and Her Sisters» η Holly, ένα μείγμα εύθραυστου εγωισμού, ανασφάλειας και αυτοσαμποτάζ, της χαρίζει το πρώτο Όσκαρ β΄ γυναικείου ρόλου. Στο «Bullets Over Broadway», ως εκκεντρική ντίβα του θεάτρου, μετατρέπει μια σχεδόν καρικατουρίστικη φιγούρα σε σχόλιο πάνω στη ματαιοδοξία και την εξάρτηση του καλλιτέχνη από την αποδοχή. Οι ατάκες της – «Η γεύση μου είναι υπέροχη. Τα μάτια μου εξαιρετικά» – συμπυκνώνουν την αυτοειρωνεία μιας ολόκληρης γενιάς ηθοποιών.
Η «μαμά της Αμερικής» και οι σκοτεινές αποχρώσεις
Στη λαϊκή μνήμη η Wiest ταυτίστηκε συχνά με τη φιγούρα της τρυφερής, προστατευτικής μητέρας. Από το «The Lost Boys» και το «Parenthood» μέχρι το εμβληματικό «Edward Scissorhands», χτίζει μια περσόνα ζεστασιάς και ηθικής σταθεράς, χωρίς όμως να υποκύπτει σε ευκολίες. Η Peg, η πλασιέ καλλυντικών που υιοθετεί τον ευάλωτο Edward, είναι ταυτόχρονα φορέας προαστιακής κανονικότητας και γέφυρα προς το διαφορετικό.
Παράλληλα, η φιλμογραφία της περιλαμβάνει ρόλους που διαβρώνουν αυτή την εικόνα. Στο «Independence Day» (το τηλεοπτικό δράμα του 1983, όχι το μπλοκμπάστερ επιστημονικής φαντασίας), ενσαρκώνει μια γυναίκα παγιδευμένη σε κακοποιητικό γάμο, προσφέροντας μια από τις πιο σπαρακτικές, ρεαλιστικές απεικονίσεις ενδοοικογενειακής βίας στην αμερικανική τηλεόραση της εποχής. Στο πρόσφατο «I Care a Lot» μετατρέπεται σε ήσυχη, αλλά τρομακτικά αποφασιστική αντίπαλο ενός σύγχρονου οικονομικού αρπακτικού, φωτίζοντας τη σκοτεινή πλευρά της «βιομηχανίας φροντίδας» ηλικιωμένων.
Η ώριμη φάση: από το «The Mule» στο «Synecdoche, New York»
Στην ώριμη καριέρα της, η Wiest επιλέγει συχνά μικρούς σε διάρκεια αλλά κρίσιμους δραματουργικά ρόλους. Στο «The Mule» του Κλιντ Ίστγουντ, λίγα βλέμματα και μια ερμηνεία χαμηλών τόνων αρκούν για να μετατρέψουν μια συμβατική ιστορία λύτρωσης σε σχόλιο για το τίμημα του εγωισμού. Στο «Rabbit Hole» συμπυκνώνει την εμπειρία του διαχρονικού πένθους σε έναν μονόλογο που λειτουργεί σχεδόν ως εγχειρίδιο διαχείρισης απώλειας.
Κορύφωση αυτής της πορείας θεωρείται το «Synecdoche, New York» του Τσάρλι Κάουφμαν. Εμφανίζεται μόλις στο τελευταίο τέταρτο, όμως η Millicent Weems που υποδύεται μετατοπίζει τον άξονα ολόκληρης της ταινίας. Αναλαμβάνοντας τον ρόλο-καθρέφτη του ήρωα, τον σκηνοθέτη Κέιντεν Κοτάρντ, τον οδηγεί – και μαζί του τον θεατή – στην τελική, υπαρξιακή αποδοχή του τέλους. Η τελευταία της φράση, «Πέθανε», ακούγεται όχι ως εντολή, αλλά ως ανακούφιση από το βάρος μιας ατελείωτης πρόβας ζωής.
Η κατάταξη των 20 καλύτερων ερμηνειών της δεν είναι απλώς λίστα για σινεφίλ. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο μια ηθοποιός χαρακτήρων, χωρίς τον αστερισμό γύρω από ένα μεγάλο σταρ-σύστημα, μπορεί να επηρεάσει βαθιά την αισθητική και τις θεματικές του σύγχρονου κινηματογράφου.
Σχόλιο
: Η περίπτωση της Dianne Wiest υπενθυμίζει ότι η πραγματική ισχύς στο Χόλιγουντ δεν βρίσκεται μόνο στα box office ρεκόρ, αλλά στη συσσωρευμένη αξιοπιστία δεκαετιών. Για την ευρωπαϊκή – και την ελληνική – αγορά, όπου οι συμπαραγωγές και οι πλατφόρμες αναζητούν σταθερά πρόσωπα με «βάθος» για σύνθετους ρόλους, το μοντέλο Wiest είναι ίσως πιο επίκαιρο από ποτέ: λιγότερη λάμψη, περισσότερη δραματουργική επιρροή.






