Η Air India εισάγει από 1η Μαΐου αυστηρό κανονισμό φυσικής κατάστασης για τα πληρώματα καμπίνας με βάση τον Δείκτη Μάζας Σώματος. Όσοι θεωρηθούν λιποβαρείς, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι κινδυνεύουν με καθήλωση και απώλεια αποδοχών.
Η Air India, ο εθνικός αερομεταφορέας της Ινδίας, προχωρά από την 1η Μαΐου στην εφαρμογή μιας ιδιαίτερα αυστηρής πολιτικής υγείας και φυσικής κατάστασης για τα πληρώματα καμπίνας, με κεντρικό κριτήριο τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Η κίνηση αυτή, που ήδη προκαλεί έντονες συζητήσεις στη χώρα, συνδέει άμεσα το σωματικό βάρος των εργαζομένων με τη δυνατότητα να πετούν – και, κατ’ επέκταση, με τον μισθό τους.
Πώς λειτουργεί ο νέος κανονισμός ΔΜΣ
Σύμφωνα με την πολιτική που διέρρευσε σε ινδικά μέσα ενημέρωσης, ΔΜΣ από 18 έως 24,9 θεωρείται «φυσιολογικός» και πλήρως αποδεκτός για υπηρεσία. Πλήρωμα με ΔΜΣ κάτω από 18 κατατάσσεται ως «λιποβαρές», ενώ ΔΜΣ 25 έως 29,9 ως «υπέρβαρο». Και στις δύο αυτές κατηγορίες, η Air India επιτρέπει πτήσεις μόνο υπό την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος περάσει επιτυχώς συγκεκριμένες ιατρικές και λειτουργικές αξιολογήσεις.
Όσοι δεν καταφέρουν να περάσουν τις εξετάσεις θα αφαιρούνται από τα ενεργά πτητικά προγράμματα («derostering») και θα τίθενται σε καθεστώς απώλειας αποδοχών μέχρι να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη ιατρική έγκριση. Ουσιαστικά, η δυνατότητα να εργαστούν και να πληρωθούν συνδέεται άμεσα με την επίτευξη των ορίων που θέτει η εταιρεία.
Ακόμη πιο αυστηρό είναι το πλαίσιο για όσους έχουν ΔΜΣ άνω του 30, που κατατάσσονται στην κατηγορία «παχύσαρκοι». Για αυτούς, η πολιτική προβλέπει ότι δεν είναι αποδεκτοί «σε καμία περίπτωση»: θα καθηλώνονται άμεσα, θα χάνουν τις αποδοχές τους και θα καλούνται να επανέλθουν σε «αποδεκτό» ΔΜΣ εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν στα καθήκοντά τους.
Επιπτώσεις στην αγορά εργασίας και εικόνα της εταιρείας
Η Air India, που ιδρύθηκε το 1932 ως Tata Airlines, εθνικοποιήθηκε το 1953 και επέστρεψε στον Όμιλο Tata τον Ιανουάριο του 2022 μέσω εξαγοράς ύψους περίπου 2,4 δισ. δολαρίων (περίπου 2,1 δισ. ευρώ), βρίσκεται σε φάση επιθετικής αναδιάρθρωσης και επανατοποθέτησης στην παγκόσμια αγορά. Η νέα πολιτική φυσικής κατάστασης εντάσσεται σε ένα ευρύτερο αφήγημα «εκσυγχρονισμού» και αναβάθμισης υπηρεσιών, αλλά εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τα εργασιακά δικαιώματα και τις πρακτικές διακρίσεων.
Από τη μία πλευρά, η εταιρεία μπορεί να επικαλεστεί την ανάγκη για υγιές και λειτουργικά ικανό προσωπικό σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εργασιακό περιβάλλον, όπου η ασφάλεια και η αντοχή παίζουν κρίσιμο ρόλο. Από την άλλη, η αυστηρή σύνδεση του ΔΜΣ με την αμοιβή και την πρόσβαση στην εργασία κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως «τιμωρητική» και να πυροδοτήσει προσφυγές για διακρίσεις λόγω σωματότυπου ή ακόμη και φύλου.
Η συζήτηση στην Ινδία διασταυρώνεται με μια ευρύτερη τάση: από τη μία το «κύμα» φαρμάκων απώλειας βάρους, όπως τα σκευάσματα με σεμαγλουτίδη που μόλις έχασαν την πατέντα στη χώρα, και από την άλλη την αυξανόμενη πίεση σε εργαζόμενους σε κλάδους υπηρεσιών να συμμορφώνονται με συγκεκριμένα πρότυπα εμφάνισης. Για τους επενδυτές και τους αναλυτές της αεροπορικής αγοράς, η επίδραση της πολιτικής θα αποτιμηθεί τόσο σε επίπεδο λειτουργικού κόστους (άδειες, εκπαιδεύσεις, αντικαταστάσεις), όσο και σε επίπεδο εταιρικής φήμης και σχέσης με το προσωπικό.
Σχόλιο
: Η Air India επιχειρεί, μέσω μιας ακραία αυστηρής πολιτικής ΔΜΣ, να στείλει μήνυμα πειθαρχίας και «νέας εποχής» μετά την επιστροφή στον Όμιλο Tata. Ωστόσο, όταν η υγεία μετατρέπεται σε κριτήριο μισθού και όχι εργοδοτικής φροντίδας, ο κίνδυνος κοινωνικής και νομικής αντίδρασης μεγαλώνει. Το αν θα επικρατήσει η εικόνα μιας «fit» και σύγχρονης εταιρείας ή εκείνη ενός εργοδότη που τιμωρεί το σώμα των εργαζομένων της, θα κριθεί από το πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη ο κανονισμός και πόσο χώρο θα αφήσει σε διάλογο με τα πληρώματα.






