Κατηγορηματικά διαψεύδει το Iran ότι υπάρχουν συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, λίγες ώρες μετά τις δηλώσεις του Donald Trump περί «πολύ καλών και παραγωγικών επαφών» με στόχο τον τερματισμό του πολέμου.
Ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής, Mohammad Bagher Ghalibaf, ξεκαθάρισε ότι «δεν έχουν πραγματοποιηθεί διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ», κατηγορώντας ευθέως τον Αμερικανό πρόεδρο ότι χρησιμοποιεί το αφήγημα των συνομιλιών ως εργαλείο χειραγώγησης των ενεργειακών και χρηματοοικονομικών αγορών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο αναγνώρισε μόνο έμμεσες διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες από τρίτες χώρες, χωρίς όμως να υπάρχει απευθείας δίαυλος επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον. Με απλά λόγια: backchannel υπάρχει, direct talks όχι.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Οι δηλώσεις Τραμπ ήρθαν αμέσως μετά την απόφασή του να «παγώσει» για πέντε ημέρες τα πλήγματα κατά ιρανικών ενεργειακών υποδομών, κίνηση που παρουσιάστηκε ως αποτέλεσμα διαπραγματευτικής προόδου. Η Τεχεράνη, ωστόσο, αποδομεί αυτό το αφήγημα, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για επικοινωνιακή διαχείριση ενός στρατηγικού αδιεξόδου.
Η λέξη που χρησιμοποιεί η ιρανική πλευρά είναι χαρακτηριστική: «quagmire». Βάλτος.
Και το μήνυμα είναι σαφές. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, σύμφωνα με την Τεχεράνη, έχουν εγκλωβιστεί σε μια σύγκρουση χωρίς καθαρή έξοδο και επιχειρούν να δημιουργήσουν την εικόνα διαπραγμάτευσης για να κερδίσουν χρόνο και να σταθεροποιήσουν τις αγορές.
Στο πεδίο, τίποτα δεν δείχνει αποκλιμάκωση. Οι επιθέσεις συνεχίζονται, ενώ το Strait of Hormuz παραμένει ουσιαστικά εκτός κανονικής λειτουργίας, με τις ροές πετρελαίου και LNG να έχουν υποστεί σοβαρό πλήγμα. Οι τιμές ενέργειας παραμένουν υπό πίεση και το γεωοικονομικό ρίσκο αυξάνεται.
Παράλληλα, περιφερειακοί παίκτες – από την Τουρκία μέχρι την Αίγυπτο και το Πακιστάν – επιχειρούν να λειτουργήσουν ως διαμεσολαβητές, προσπαθώντας να δημιουργήσουν ένα framework για πιθανές συνομιλίες. Το πρόβλημα είναι ότι το framework αυτό δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε πραγματική πολιτική διαδικασία.
Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο communication gap. Η Ουάσιγκτον μιλά για συμφωνία. Η Τεχεράνη μιλά για προπαγάνδα. Και οι αγορές προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν τι από τα δύο ισχύει.
Στο τέλος της ημέρας, δεν έχει σημασία μόνο αν υπάρχουν συνομιλίες. Σημασία έχει αν οι δύο πλευρές είναι έτοιμες να παραδεχτούν ότι συνομιλούν.
Και προς το παρόν, η απάντηση είναι όχι.
SBC Σχόλιο
Όταν η μία πλευρά μιλά για deal και η άλλη για fake news, δεν έχεις διαπραγμάτευση.
Έχεις crisis management.
Και αυτό σημαίνει ότι το ρίσκο παραμένει ενεργό.







