Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε θεαματική αύξηση κερδών για το 2025, με σημαντική ενίσχυση εσόδων και αποθεμάτων ασφαλείας. Διατηρεί αμετάβλητο το μέρισμα ανά μετοχή, αλλά αυξάνει ουσιαστικά τη συνεισφορά της προς το Ελληνικό Δημόσιο.
Εντυπωσιακή βελτίωση στα οικονομικά της μεγέθη παρουσίασε η Τράπεζα της Ελλάδος για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2025, σύμφωνα με τις ελεγμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις που ενέκρινε το Γενικό Συμβούλιο στις 2 Μαρτίου 2026. Τα κέρδη χρήσεως εκτοξεύθηκαν στα 257,7 εκατ. ευρώ, από 82,9 εκατ. ευρώ το 2024, αντανακλώντας το νέο περιβάλλον επιτοκίων και την ενίσχυση των εσόδων από το Ευρωσύστημα.
Άλμα στα έσοδα και κέρδη, συγκρατημένη αύξηση δαπανών
Το σύνολο των καθαρών εσόδων της Τράπεζας για το 2025 διαμορφώθηκε σε 880,8 εκατ. ευρώ, διπλάσιο σχεδόν από τα 436,0 εκατ. ευρώ της προηγούμενης χρήσης. Η αύξηση κατά 444,8 εκατ. ευρώ οφείλεται κυρίως στο καθαρό αποτέλεσμα από τόκους, χρηματοοικονομικές πράξεις, ζημίες αποτίμησης και την αναδιανομή του νομισματικού εισοδήματος του Ευρωσυστήματος, το οποίο ανήλθε σε 685,2 εκατ. ευρώ, από μόλις 191,4 εκατ. ευρώ το 2024.
Τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες ενισχύθηκαν επίσης, στα 162,6 εκατ. ευρώ από 148,3 εκατ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από μετοχικούς τίτλους και συμμετοχές μειώθηκαν στα 5,7 εκατ. ευρώ, από 75,3 εκατ. ευρώ, υποδηλώνοντας πιο συντηρητική συμβολή αυτής της κατηγορίας. Τα λοιπά έσοδα αυξήθηκαν στα 27,2 εκατ. ευρώ, έναντι 21,0 εκατ. ευρώ.
Στο σκέλος των εξόδων, η Τράπεζα κατέγραψε συγκρατημένη άνοδο: οι δαπάνες προ προβλέψεων (προσωπικό, συνταξιοδοτικές παροχές, λοιπές δαπάνες διαχείρισης και αποσβέσεις) ανήλθαν σε 453,8 εκατ. ευρώ, από 404,1 εκατ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, τα κέρδη προ προβλέψεων εκτινάχθηκαν στα 427,0 εκατ. ευρώ, από μόλις 31,9 εκατ. ευρώ το 2024, επιτρέποντας στην Τράπεζα να ενισχύσει σημαντικά τις προβλέψεις της κατά 169,2 εκατ. ευρώ και παρ’ όλα αυτά να καταλήξει σε τριψήφιο καθαρό αποτέλεσμα.
Μέρισμα σταθερό, αυξημένη ροή προς Δημόσιο και ενίσχυση buffers
Με βάση το άρθρο 71 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, το Γενικό Συμβούλιο αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση τη διανομή μερίσματος 0,6720 ευρώ ανά μετοχή, αμετάβλητο σε σχέση με το 2024. Το συνολικό ποσό του μερίσματος ανέρχεται σε 13,3 εκατ. ευρώ, ενώ 244,4 εκατ. ευρώ θα μεταφερθούν στο Ελληνικό Δημόσιο, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ΤτΕ ως πηγής εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παράλληλα, το Δημόσιο και οι φορείς γενικής κυβέρνησης ωφελήθηκαν σημαντικά από τους τόκους επί των καταθέσεών τους στην Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες εκτοκίζονται με το υψηλότερο επιτρεπτό επιτόκιο από την ΕΚΤ. Για το 2025, το Ελληνικό Δημόσιο έλαβε έσοδο 353,4 εκατ. ευρώ (έναντι 730,4 εκατ. ευρώ το 2024) και οι φορείς γενικής κυβέρνησης 308,4 εκατ. ευρώ (έναντι 392,3 εκατ. ευρώ). Η μείωση αντανακλά τη σταδιακή προσαρμογή του επιτοκιακού περιβάλλοντος στην ευρωζώνη.
Το ενεργητικό της Τράπεζας στις 31 Δεκεμβρίου 2025 ανήλθε σε 221,5 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 2,2 δισ. ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη χρήση, ενώ οι συσσωρευμένες προβλέψεις διαμορφώθηκαν σε 4,7 δισ. ευρώ, από 4,6 δισ. ευρώ. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ενίσχυση των αποθεμάτων ασφαλείας (financial buffers) – λογαριασμοί αναπροσαρμογής, προβλέψεις για χρηματοοικονομικούς κινδύνους, αποθεματικά και μετοχικό κεφάλαιο – τα οποία ανήλθαν σε 21,3 δισ. ευρώ, από 15,8 δισ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει μια Τράπεζα της Ελλάδος με σαφώς ισχυρότερο ισολογισμό, ικανή να απορροφήσει μελλοντικούς κραδασμούς και ταυτόχρονα να διατηρεί σταθερή μερισματική πολιτική προς τους μετόχους της, ενώ ενισχύει τη δημοσιονομική θέση του Δημοσίου μέσω μεταφορών κερδών και τόκων.
Σχόλιο
: Η θεαματική αύξηση κερδών της ΤτΕ δείχνει πόσο καταλυτικά επηρεάζει ο κύκλος των επιτοκίων την κερδοφορία των κεντρικών τραπεζών. Η επιλογή διατήρησης σταθερού μερίσματος ανά μετοχή, σε συνδυασμό με την ενίσχυση προβλέψεων και αποθεματικών, φανερώνει προτεραιότητα στη θωράκιση του ισολογισμού και στη στήριξη του Δημοσίου, παρά στη βραχυπρόθεσμη μεγιστοποίηση της απόδοσης των μετόχων. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής και χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας, τα 21,3 δισ. ευρώ σε buffers αποτελούν κρίσιμο «μαξιλάρι» για τη σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.






