Η Τζόρτζια Μελόνι μπαίνει προσωπικά στην εκστρατεία για τη δικαστική μεταρρύθμιση, καθώς οι δημοσκοπήσεις προμηνύουν πιθανή ήττα. Το διακύβευμα ξεπερνά το θεσμικό ζήτημα και μετατρέπεται σε άτυπο δημοψήφισμα εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή της.
Η ιταλική πολιτική σκηνή εισέρχεται σε περίοδο υψηλής έντασης ενόψει του δημοψηφίσματος της 22-23 Μαρτίου για τη δικαστική μεταρρύθμιση, με την πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι να αποφασίζει να αναλάβει η ίδια την ηγεσία της εκστρατείας. Παρά τις αρχικές της προσπάθειες να κρατήσει αποστάσεις, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που δείχνουν επικράτηση του «όχι» με διαφορά περίπου πέντε μονάδων την ωθούν να ρισκάρει προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο.
Η δικαιοσύνη ως πολιτικό πεδίο μάχης
Για τη δεξιά στην Ιταλία, η δικαστική μεταρρύθμιση αποτελεί διαχρονικό στόχο. Η κυβέρνηση Μελόνι υποστηρίζει ότι το υπάρχον σύστημα είναι «στραβό» υπέρ της αριστεράς, με δικαστές που εμφανίζονται, κατά την πρωθυπουργό, ως «αδέσμευτοι και ανεξέλεγκτοι». Από το βήμα του θεάτρου Franco Parenti στο Μιλάνο, η Μελόνι κατήγγειλε «σουρεαλιστικές» αποφάσεις, μίλησε για «παραδικαστικές φατρίες» και συνέδεσε ευθέως τη δικαιοσύνη με την ατζέντα της για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και του εγκλήματος.
Η ρητορική της κλιμακώθηκε, προειδοποιώντας ότι, αν η μεταρρύθμιση απορριφθεί, η χώρα θα βρεθεί με «ακόμη πιο ισχυρές φατρίες, ακόμη πιο αμελείς δικαστές, ακόμη πιο σουρεαλιστικές ποινές» και με «μετανάστες, βιαστές, παιδεραστές, εμπόρους ναρκωτικών» να αποφυλακίζονται, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να μεταφράσει ένα εξαιρετικά τεχνικό θεσμικό ζήτημα σε ένα κλασικό δίπολο «νόμος και τάξη».
Πολιτικό στοίχημα με υψηλό ρίσκο
Η είσοδος της Μελόνι στην «αρένα» ερμηνεύεται από την αντιπολίτευση ως ένδειξη φόβου για ήττα. Στελέχη του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος τη μέμφονται ότι παραβιάζει τη δέσμευσή της να μην εμπλέξει ευθέως την κυβέρνηση στο δημοψήφισμα και ότι λειτουργεί περισσότερο ως «influencer του “ναι”» παρά ως επικεφαλής κυβέρνησης σε συγκυρία διεθνούς έντασης.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι σαφές: όσο περισσότερο προσωποποιείται η αναμέτρηση γύρω από την ίδια τη Μελόνι, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος μιας πιθανής ήττας. Η ιστορική μνήμη στην Ιταλία είναι νωπή: ο Ματέο Ρέντσι αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά την αποτυχία του δικού του δημοψηφίσματος για τη συνταγματική μεταρρύθμιση το 2016. Η Μελόνι δηλώνει κατηγορηματικά ότι «δεν πρόκειται να παραιτηθεί υπό καμία συνθήκη» και ότι θέλει «να ολοκληρώσει τη θητεία της». Ωστόσο, μια αρνητική έκβαση θα αποδυναμώσει αναπόφευκτα την εικόνα της, την ώρα που ήδη δέχεται πίεση λόγω της στενής της σχέσης με τον Ντόναλντ Τραμπ και της ανησυχίας των Ιταλών για τον πόλεμο στο Ιράν και τις επιπτώσεις στους λογαριασμούς ενέργειας.
Η στρατηγική πόλωσης και οι ευρωπαϊκές προεκτάσεις
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η εκστρατεία της Μελόνι βασίζεται στην κατασκευή ενός σαφούς «εχθρού» – της «πολιτικοποιημένης δικαιοσύνης» – ώστε να κινητοποιήσει μια βάση ψηφοφόρων που αλλιώς θα αδιαφορούσε για τεχνικές θεσμικές αλλαγές. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, διαθέτει έναν σκληρό πυρήνα που είναι διατεθειμένος να προσέλθει στις κάλπες απλώς και μόνο για να καταψηφίσει την κυβέρνηση.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα λειτουργήσει ως τεστ για το κατά πόσο μια ισχυρή δεξιά κυβέρνηση μπορεί να ανασχεδιάσει τη σχέση πολιτικής εξουσίας και δικαστικής ανεξαρτησίας, χωρίς να συγκρουστεί με τα πρότυπα κράτους δικαίου της ΕΕ. Αν η Μελόνι κερδίσει, θα ενισχύσει τη θέση της τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες. Αν χάσει, θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια κυβέρνηση πολιτικά τραυματισμένη, σε μια περίοδο που η Ιταλία χρειάζεται σταθερότητα για να διαχειριστεί γεωπολιτικές και οικονομικές πιέσεις.
Σχόλιο
: Η Μελόνι μετατρέπει ένα τεχνικό θεσμικό δημοψήφισμα σε προσωπικό δημοψήφισμα ισχύος. Η στρατηγική πόλωσης μπορεί να κινητοποιήσει τη βάση της, αλλά αυξάνει εκθετικά το πολιτικό κόστος μιας ήττας, με πιθανές επιπτώσεις τόσο στην εσωτερική διακυβέρνηση όσο και στη διαπραγματευτική ισχύ της Ιταλίας στην ΕΕ.






