Οι Ιταλοί ψηφίζουν για ριζική αναμόρφωση της Δικαιοσύνης, σε μια αναμέτρηση που λειτουργεί ως άτυπη ψήφος εμπιστοσύνης στη Γκιόρτζια Μελόνι. Το αποτέλεσμα μπορεί να καθορίσει τον ρυθμό προς τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Η Ιταλία εισέρχεται σε ένα διήμερο πολιτικού τεστ υψηλού ρίσκου, καθώς οι πολίτες καλούνται την Κυριακή και τη Δευτέρα να αποφασίσουν για μια βαθιά μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος. Πίσω από τα τεχνικά ερωτήματα του δημοψηφίσματος, διακυβεύεται η πολιτική ισχύς της Γκιόρτζια Μελόνι και η σταθερότητα της πιο ανθεκτικής κυβέρνησης που έχει γνωρίσει η χώρα εδώ και χρόνια.
Το διακύβευμα πέρα από τη νομική τεχνικότητα
Επισήμως, το δημοψήφισμα αφορά την αναδιάρθρωση των καριέρων δικαστών και εισαγγελέων, με στόχο –σύμφωνα με την κυβέρνηση– την αποφυγή «ομαδικής σκέψης» και εσωτερικών συντεχνιακών κλειστών κυκλωμάτων. Η πρόταση προβλέπει διαχωρισμό των επαγγελματικών διαδρομών δικαστών και εισαγγελέων, οι οποίοι σήμερα μοιράζονται κοινές εξετάσεις και εκπαίδευση, καθώς και τη δημιουργία ξεχωριστού οργάνου για τους εισαγγελείς, επιπλέον του υφιστάμενου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
Παράλληλα, εισάγεται κεντρικός ρόλος της κλήρωσης στην επιλογή των μελών τριών βασικών οργάνων που θα ρυθμίζουν ζητήματα προσωπικού και πειθαρχίας. Οι υποστηρικτές μιλούν για αποπολιτικοποίηση ενός συστήματος που θεωρούν ότι έχει αποκτήσει υπερβολική αυτονομία και ιδεολογική μεροληψία. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, καταγγέλλει μια απόπειρα υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και συγκέντρωσης ελέγχου στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας.
Το αποτέλεσμα θα ερμηνευθεί αναπόφευκτα ως ψήφος εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας προς τη Μελόνι. Μια επικράτηση του «ναι» θα παγιώσει την εικόνα της ως ισχυρής και αποτελεσματικής ηγέτιδας ενόψει των βουλευτικών εκλογών που αναμένονται το επόμενο έτος. Αντίθετα, ένα «όχι» θα δώσει οξυγόνο σε μια μέχρι σήμερα κατακερματισμένη αντιπολίτευση.
Δημοσκοπήσεις, συμμετοχή και εξωτερικοί κίνδυνοι
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, πριν από την απαγόρευση δημοσιοποίησης μετρήσεων δύο εβδομάδες πριν την κάλπη, κατέγραφαν αυξανόμενη δυναμική του «όχι», με την αναμέτρηση ωστόσο να παραμένει οριακή. Καθοριστικό παράγοντα αναμένεται να αποτελέσει η συμμετοχή: χαμηλή προσέλευση εκτιμάται ότι ευνοεί το στρατόπεδο της απόρριψης, ενώ υψηλή συμμετοχή θεωρείται ότι ενισχύει την κυβέρνηση.
Παράλληλα, η επιδείνωση της διεθνούς συγκυρίας λειτουργεί ως απρόβλεπτος παράγοντας. Ο πόλεμος στο Ιράν και οι επιπτώσεις του στις τιμές ενέργειας επιβαρύνουν περαιτέρω τα ιταλικά νοικοκυριά, ήδη πιεσμένα από το κόστος ζωής. Η στενή πολιτική σχέση της Μελόνι με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ είναι αντιδημοφιλής σε σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων, τροφοδοτώντας δυσαρέσκεια που μπορεί να εκφραστεί μέσω της κάλπης του δημοψηφίσματος.
Ιστορικό αντιπαράθεσης πολιτικής εξουσίας – Δικαιοσύνης
Η σύγκρουση γύρω από τον ρόλο της Δικαιοσύνης είναι διαχρονική στην Ιταλία. Μετά το σκάνδαλο «Καθαρά Χέρια» τη δεκαετία του 1990, οι εισαγγελείς απέκτησαν σχεδόν ηρωικό status, ενώ το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα κατέρρευσε. Η δεξιά παράταξη ουδέποτε αποδέχθηκε πλήρως αυτή τη μετατόπιση ισχύος, καλλιεργώντας την πεποίθηση ότι η δικαστική εξουσία λειτουργεί ως πολιτικός παίκτης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η ιδέα διαχωρισμού καριέρας δικαστών και εισαγγελέων δεν αποτελεί μονοπώλιο της δεξιάς. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχε τεθεί στο τραπέζι και από την κεντροαριστερά, μέσω διακομματικής επιτροπής υπό τον Μάσιμο Ντ’ Αλέμα. Ωστόσο, η ανάληψη της εξουσίας από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι άλλαξε ριζικά το κλίμα: η ρητορική περί «κόκκινων τόγων» και πολιτικά υποκινούμενων διώξεων δηλητηρίασε τη σχέση πολιτικής και Δικαιοσύνης για δεκαετίες.
Έκτοτε, οι περισσότερες κυβερνήσεις, όπως εκείνη του Μάριο Ντράγκι, προτίμησαν στοχευμένες παρεμβάσεις για την επιτάχυνση των διαδικασιών, αποφεύγοντας μετωπικές συνταγματικές συγκρούσεις. Η Μελόνι, αντιθέτως, επιλέγει μια ευθεία αναμέτρηση, ζητώντας από το εκλογικό σώμα να επιβεβαιώσει τον στρατηγικό της σχεδιασμό.
Πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα
Σε περίπτωση νίκης του «ναι», η πρωθυπουργός θα εμφανιστεί ενισχυμένη, με ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της ηγεμονίας της τόσο στη Ρώμη όσο και στις Βρυξέλλες. Δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να κεφαλαιοποιήσει την επιτυχία, αν και δημοσίως δηλώνει ότι επιθυμεί να εξαντλήσει την τετραετία. Η επιβολή μιας βαριάς θεσμικής μεταρρύθμισης θα της επιτρέψει να παρουσιάσει την κυβέρνησή της ως δύναμη «τάξης και αποτελεσματικότητας».
Αν επικρατήσει το «όχι», η Μελόνι δύσκολα θα οδηγηθεί σε παραίτηση – έχοντας μάθει από το παράδειγμα του Ματέο Ρέντσι το 2016, αποφεύγει να ταυτίσει ρητά την πολιτική της επιβίωση με το αποτέλεσμα. Ωστόσο, θα υποστεί το πρώτο ουσιαστικό πλήγμα στην εικόνα της. Η αντιπολίτευση θα αποκτήσει ένα σαφές αφήγημα: ότι η κοινωνία αντιστέκεται στην υπερσυγκέντρωση εξουσίας. Αυτό θα μετατρέψει την πορεία προς τις επόμενες εκλογές σε πολύ πιο αβέβαιη, με την κυβερνητική σταθερότητα να δοκιμάζεται από εσωτερικές τριβές και αυξημένη κοινωνική κριτική.
Σχόλιο
: Το ιταλικό δημοψήφισμα ξεπερνά τα σύνορα της χώρας: αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής συζήτησης για την ισορροπία εξουσιών και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Μια καθαρή νίκη της Μελόνι θα ενισχύσει το μοντέλο «ισχυρού ηγέτη» στην ΕΕ, ενώ μια ήττα θα λειτουργήσει ως προειδοποιητική βολή προς όλες τις κυβερνήσεις που επιχειρούν να ανασχεδιάσουν τους θεσμούς χωρίς ευρύ συναινετικό πλαίσιο.






